Antistasi

αρχείο λήψης

«Οι δημιουργοί των σκουπιδιών δεν είναι παρά οι εκφραστές

ενός πνευματικού καθεστώτος που υπάρχει στην Κοινωνία»

 

 

 

Κακογουστιά, κιτς (σκουπίδια) και γενικώς προϊόντα που προσβάλλουν την κοινή καλαισθησία και την παράδοση του ελληνικού τραγουδιού έχει να επιδείξει, όχι μόνο τώρα, αλλά σε όλη την ιστορία της, η ελληνική δισκογραφία.

 

Από τότε που το καλλιτεχνικό αντικείμενο που ονομάζεται «τραγούδι» μετατράπηκε σε εμπορεύσιμο προϊόν, δεν μπορούσε (ως προς την ποιότητά του) παρά να ακολουθήσει, λίγο πολύ, τη μοίρα των προϊόντων της αγοράς και να υποστεί τις συνέπειες που όλα αυτά συνεπάγονται.

 

Στην αγορά όλων των αγαθών, είτε υλικά είναι αυτά είτε πνευματικά, υπήρχαν πάντα καλής και κακής ποιότητος προϊόντα. Τα πρώτα ακριβά, τα δεύτερα φτηνά. Η πραγματικότητα αυτή δείχνει για παράδειγμα πόσο σχετική είναι η αλήθεια της γνωστής (αγοραίας και αυτής) αντίληψης περί της «παλιάς καλής εποχής». Όποιος, δηλαδή, δεν βλέπει τίποτα καλό στη σύγχρονη εποχή, και απλώς αναπολεί την παλιά ρεμβάζοντας και ιδανικοποιώντας την, δικαίως μπορεί να κατηγορηθεί και για … γεροντική γκρίνια.

 

Ωστόσο, στην εποχή μας, όλο και περισσότερο πληθαίνουν οι αρνητικές διαπιστώσεις για την κατάσταση που επικρατεί στο χώρο του τραγουδιού. Πολλοί συμφωνούν ότι περνά τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας του.

 

Είναι αλήθεια, από τη μια, πως αυτό που σήμερα διαφέρει εμφανώς δεν είναι παρά ο αριθμός των κακής ποιότητος τραγουδιών που κυκλοφορούν σε δίσκους. Ενδεικτικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι η παραγωγή του έτους 1970 δεν ξεπερνούσε τους 20-25 δίσκους, ενώ η παραγωγή του έτους 2000 πλησιάζει τον αριθμό 1.000. Από την άλλη μεριά, και κατά νομοτέλεια, η ποσοτική αλλαγή οδηγεί μοιραίως στην ποιοτική αλλαγή και φαίνεται ότι, για το τραγούδι, η κρίσιμη σταγόνα, που κάνει το ποτήρι να ξεχειλίζει, έχει στάξει προ πολλού.

 

Διότι η ποσότητα δεν αρκεί πλέον, ως αιτία, για να εξηγήσουμε όχι μόνο το μέγεθος, αλλά και το είδος της ευτέλειας που κυριαρχεί στο χώρο του τραγουδιού.

 

Σήμερα η υποκουλτούρα δεν είναι, όπως άλλοτε, απλώς γελοία ή γραφική ή, τέλος πάντων, οροθετημένη, ως ένα βαθμό, στην εκτίμηση της μεγαλύτερης μερίδας της κοινής γνώμης, ως κάτι αρνητικό μεν, αλλά όχι και τραγικό. Η σημερινή μορφή της υποκουλτούρας είναι λαμπερή και επιθετική, χάρη στη συμμαχία της με το ισχυρότερο μέσο διάδοσης και επιβολής που υπάρχει στον κόσμο: την τηλεόραση. Κάθε τραγούδι που προορίζεται να κάνει καριέρα πρέπει να γίνει video clip, κάθε σταρ, ή σταρίδιον, πρέπει να αλωνίσει τα τηλεοπτικά προγράμματα και να εξηγήσει σε διάφορους σοβαροφανείς παρουσιαστές τις «καλλιτεχνικές» του προθέσεις.

 

Η τηλεόραση γενικώς κατακλύζεται από τις επιλογές της τρέχουσας, κάθε φορά, δισκογραφικής παραγωγής, που εδώ και χρόνια επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια, τόσο από άποψη περιεχομένου  όσο και από άποψη μουσικής. Τα τραγούδια συναγωνίζονται το ένα το άλλο σε κενολογία, κοινοτοπία και έλλειψη καλαισθησίας.

 

Το χειρότερο βέβαια όλων είναι πως το είδος των προτύπων και της ιδεολογίας που διαδίδουν, ελλείψει καλλιτεχνικού αντίλογου, βρίσκει απήχηση μεταξύ πολλών νέων ανθρώπων που, μη έχοντας άλλη επιλογή, εκλαμβάνουν τα προϊόντα αυτά ως έργα τέχνης και εθίζονται, έργω, στη θεωρία της ημι-κουλτούρας, της ημι-μόρφωσης, που όπως είναι γνωστό, δεν είναι η μισή μόρφωση, αλλά η έχθρα απέναντι στη μόρφωση. Εξού και η αρνητική σημασία των λέξεων και των εννοιών «κουλτούρα», «μόρφωση», «ποιότητα», που συναντάται στην αντίληψη πολλών νέων, ακροατών, «καλλιτεχνών» και ραδιοτηλεοπτικών παρουσιαστών, παραγωγών και άλλων παραγόντων του κλάδου. Έτσι, αυτό που στη συνέχεια όλοι αυτοί παριστάνουν πως προτιμούν, δηλαδή την επιτυχία, το φαντασμαγορικό θέαμα, το λεγόμενο «εύπεπτο», τους είναι κατά βάθος ξένο, καθώς δεν ανταποκρίνεται σε καμιά άμεση εμπειρία τους, ένα πνεύμα και μια τέχνη που δεν έχει καμιά συνάφεια, ή συνέπεια, με τη ζωή και την κοινωνία γύρω τους.

 

Όλοι βέβαια οι εμπλεκόμενοι στο παρακμιακό αυτό παιχνίδι γνωρίζουν πως όλοι υποκρίνονται, πως υποδύονται ένα ρόλο. Τόσο οι «ταυτισμένοι» ακροατές που αποθεώνουν όσο και οι «καλλιτέχνες» που αποθεώνονται. Γι΄αυτό κανείς ποτέ δεν έκανε την εξής απλή παρατήρηση: Αν οι δημιουργοί εκφράζουν δια της τέχνης τους τις αληθινές τους συγκινήσεις , ανησυχίες, βιώματα, όνειρα κλπ., τότε οι περισσότεροι από αυτούς που θριαμβεύουν στον τομέα των «λαϊκών» της πίστας, αλλά και άλλων τραγουδιών (αν πάρουμε στα σοβαρά τα έργα τους), θα πρέπει να βρίσκονται ψυχικώς ένα βήμα πριν από την αυτοκτονία, θα πρέπει να αποτελούν προσωποποιήσεις της απελπισίας, της εγκατάλειψης και της θλίψης. Αντί αυτού, τους βλέπουμε συχνά να εμφανίζονται στα μαζικά μέσα, όχι ως απέλπιδες ή ψυχικά ράκη, αλλά περιχαρείς για τη δόξα τους, αισιόδοξοι για το μέλλον και προ παντός υπερήφανοι για την προσφορά τους στην τέχνη!

 

Αυτά όλα, που δυστυχώς  δεν συνιστούν μόνο ποσοτική διαφορά, διακρίνουν τη σύγχρονη από την «παλιά καλή εποχή». Κι ακόμα περισσότερο, η σκέψη που χθες δεν θα μπορούσε αλλά σήμερα μπορεί να γίνει και που την έχουμε ξαναγράψει: Όποιος διακρίνει τα αισθητικά απορρίμματα, των δίσκων και της τηλεόρασης, και τα αποδοκιμάζει, ουσιαστικά δεν αποδοκιμάζει τους ίδιους τους δημιουργούς, αλλά (πράγμα εξαιρετικά δυσοίωνο) όλους τους ανθρώπους γύρω που θαυμάζουν, δοξάζουν και αντλούν ευχαρίστηση από το αισθητικώς ευτελές και ασήμαντο.

 

Στην πραγματικότητα πρόκειται για κάτι περισσότερο σοβαρό απ΄ό,τι εκ πρώτης όψεως φαίνεται, καθώς δεν αφορά μόνο τη μουσική. Οι δημιουργοί των σκουπιδιών δεν είναι παρά οι εκφραστές ενός πνευματικού καθεστώτος που υπάρχει, και καθόλου τυχαία μάλιστα, στην κοινωνία πριν από αυτούς.

Αυτοί δεν είναι παρά το αβγό. Η κότα περιμένει πάντα ετοιμόγεννη.

 

Γιώργος Ε. Παπαδάκης

 

 

Το πιο πάνω κείμενο του κ. Παπαδάκη είναι αφιερωμένο σ΄όλους τους δημιουργούς των «σκουπιδιών» του κόσμου που όζουν διαφθορά, έγκλημα, σήψη, περιβαλλοντική ρύπανση και που εκπέμπουν μια πνευματική και καλλιτεχνική κατάπτωση.

 

 

Κρίνος Ζ. Μακρίδης

Πρόεδρος

Κίνημα Ελληνικής Αντίστασης (ΚΕΑ) Κύπρου

 

 

30 Σεπτεμβρίου 2014

Βίντεο

Μόνιμα