Antistasi

 

Χρήστος Ιακώβου

Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

 

 

Προσφάτως, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν μιλώντας στην Κεσάνη της Ανατολικής Θράκης, πλησίον των ελληνοτουρκικών συνόρων είπε: «Για μας, η Θράκη έχει ιδιαίτερη σημασία και έννοια. Η Θράκη ταυτόχρονα είναι Θεσσαλονίκη, ταυτόχρονα είναι Κομοτηνή, ταυτόχρονα είναι Ξάνθη, ταυτόχρονα είναι Ντελίορμαν (Ντόμπρουτζα), είναι Κιρτζάαλι (πόλη της Βουλγαρίας), είναι Βαρδάρ (Βαρδάρης) και, αν πάμε πιο πίσω, Θράκη είναι ταυτόχρονα Σκόπια, Πρίστινα, Πρίζρεν (Κόσοβο), είναι Σαράγεβο», και συμπλήρωσε: «Η Θράκη είναι η ζωντανή κοινή ιστορία μας στην Ευρώπη. Είναι εκπρόσωπος του παρελθόντος μας σ’ αυτή τη γεωγραφία. Σήμερα, στη γεωγραφική περιοχή των Βαλκανίων, στο επίκεντρο των σχέσεών μας βρίσκεται η Θράκη μας με την Αδριανούπολη, το Τεκίρνταγ, το Κιρκλάρελι και βέβαια την Κωνσταντινούπολη».

 

Μέσα από τις δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού είναι ευδιάκριτη η προσπάθεια του να συνδυάσει το γεωγραφικό χώρο με την εθνική ταυτότητα, υπονοώντας την ανάγκη να δικαιολογηθεί το προ πολλού προαναγγελθέν υπό του υπουργού εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, «στρατηγικό βάθος» της σύγχρονης Τουρκίας. Αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικά διαφωτιστικό παράδειγμα για το πως η εθνική ταυτότητα, η γεωγραφία και ιστορία μπορούν να αποτελέσουν την ιδεολογική συμβολή για τη διαμόρφωση και προώθηση εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια οι προαναφερθείσες έννοιες λειτουργούν ως ένα πλαίσιο νομιμοποίησης εντός του οποίου προσδιορίζεται το στρατηγικό βάθος, η νέα δηλαδή πολιτική χαρτογραφία, στα όρια της οποίας θα πρέπει να επαναχαραχθεί η αναθεωρημένη τουρκική εξωτερική πολιτική.

 

Αυτό καταδεικνύει την προ πολλού επισήμανση μερικών ότι ο εκσυγχρονισμός του Ερντογάν είναι ερμηνεύσιμος ως ένα νεοσουλτανικό πρόγραμμα, εντός του οποίου για να διευρυνθεί το γεωγραφικό πεδίο πολιτικής και διπλωματικής δράσης θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί το πλαίσιο μέσα από το οποίο απεικονίζεται η Τουρκία. Αυτό το πλαίσιο ο Ερντογάν το αρύεται από το Οθωμανικό παρελθόν. Γι’ αυτό του αρέσει να χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «Η Θράκη είναι η ζωντανή κοινή ιστορία μας στην Ευρώπη. Είναι εκπρόσωπος του παρελθόντος μας σ’ αυτή τη γεωγραφία». Το νεοσουλτανικό πρόγραμμα συμβολίζει στην πραγματικότητα μία διαδικασία παρεμβολής, κατά την οποία τα άτομα που το ασπάζονται αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μέλη μίας συλλογικής κοινότητας, της οποίας τα γεωγραφικά όρια εκτείνονται πολύ πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα του τουρκικού κράτους. Σε αυτή την περίπτωση, η πραγματικότητα την οποία βιώνουν οι Τούρκοι που βλέπουν τη θέση τους μέσα από την οπτική του νεοσουλτανικού προγράμματος βρίσκεται κάτω από τη διαδικασία της απεικόνισης. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να θεωρείται παράλογο εκ μέρους τους το να εκλαμβάνουν τα γειτονικά κράτη ως τεχνητά και ως δημιουργήματα μίας διεθνούς συνωμοσίας που είχε ως σκοπό τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, 

 

Όταν ο Ερντογάν ταυτίζει τη Θράκη με ζωντανή κοινή ιστορία, έστω και αν σε κάποιες περιοχές τις οποίες αναφέρει δεν υπάρχει ούτε ένα Τούρκος για δείγμα, στην ουσία ερμηνεύει το κράτος του ως ένα βιολογικό οργανισμό και η επέκταση του ως αποτέλεσμα μίας φυσικής δύναμης ή μίας ανάγκης για ζωτικό χώρο. Στη δε περίπτωση της Τουρκίας του Κόμματος Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη αυτή η ανάγκη δημιούργησε ένα παραπλανητικό μείγμα ενός διακεκηρυγμένου εκσυγχρονισμού (π.χ. μηδενικές τριβές με τους γείτονες) και μίας υφέρπουσας επιθετικής και ηγεμονικής (ενίοτε και αλυτρωτικής) ιδεολογίας (π.χ. η Θράκη είναι Θεσσαλονίκη κλπ…και ταυτόχρονα η εκπρόσωπος του παρελθόντος μας στη γεωγραφία της Ευρώπης).

 

Εν αντιθέσει προς τους Κεμαλικούς, στα δέκα χρόνια εξουσίας των ισλαμιστών, είναι ευδιάκριτη μία ουσιαστική ανησυχία/αγωνία για τη θέση της Τουρκίας στο σύγχρονο κόσμο και το πού θα προσδιορίσουν τα γεωπολιτικά σύνορα αυτού το διαχωρισμού. Αυτό οδηγεί στην εμφάνιση αντικρουόμενωνγεωπολιτικών οραμάτων και αλληλοσυγκρουομένων ερμηνειών της σχέσης της Τουρκίας με το γειτονικό της γεωγραφικό χώρο (πχ. μηδενικές τριβές με τους γείτονες αλλά ταυτοχρόνως η γεωγραφία των γειτόνων γίνεται ο ζωτικός χώρος της Τουρκίας).

 

Οι ιδεολογικές υποθέσεις, οι οποίες στηρίζουν τις αντιλήψεις του Ερντογάν για το γεωστρατηγικό χώρο, καθώς και η στενή σχέση που αποδίδει μεταξύ παλαιών οθωμανικών περιοχών και της σημερινής κοινότητας των Τούρκων δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ξεχωριστά από τη σημερινή τουρκική εξωτερική πολιτική και τους στόχους της.

 

Συνεπώς, οι ηγεμονικές συμπεριφορές δεν εμφανίζονται ταυτόχρονα με τις συγκρούσεις αλλά τεκταίνονται στη βάση σχεδιασμού που έχει ήδη προαναγγελθεί με κοσμοθεωρητικές προσεγγίσεις και στέρεες γεωστρατηγικές αντιλήψεις. Οι σχεδιασμοί αυτοί δεν είναι τίποτε άλλο από τις ατραπούς της επιθετικής πολιτικής των κρατών που τις εφήρμοσαν (π.χ Ναζιστική Γερμανία του Μεσοπολέμου). Οι σχεδιασμοί αυτοί έχουν πάντοτε ένα μόνιμο χαρακτηριστικό, αυτό της διεκδίκησης ενός χώρου τον οποίο άλλοτε ονομάζουν «χώρο γεωστρατηγικών συμφερόντων», άλλοτε «ζωτικό χώρο» και στην περίπτωση της Τουρκίας του Ερντογάν «στρατηγικό βάθος». Έννοιες, οι οποίες τιθέμενες σε πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής, αποτελούν ένα συγκεκαλυμμένο ιμπεριαλισμό. Επιπλέον, αυτές οι στοχευμένες πολιτικές προαναγγέλλονται με τα θεωρητικά κείμενα και τις σποραδικές πολιτικές εξάρσεις/δηλώσεις. Ως εκ τούτου, οι στοχευμένοι χώροι είναι ταυτόχρονα και απειλούμενοι χώροι και οφείλουν οι λαοί τους να διαγιγνώσκουν αυτές τις πολιτικές εγκαίρως και να προετοιμάζονται αποτρεπτικώς. Η αδυναμία έγκαιρης διάγνωσης μπορεί να είναι αφέλεια ή ανικανότητα. Η αποφυγή όμως της κατανόησης, ειδικώς όταν αυτή υποδεικνύεται κατά κόρον, αποτελεί ανεξήγητη βλακεία η οποία οδηγεί τελεολογικώς στην εθνική αυτοκτονία.

 

Στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων η πραγματικότητα είναι τραγικώς αποκρυσταλλωμένη και τη διετύπωσε διαχρονικώς με εύληπτο τρόπο ο αλήστου μνήμης Παναγιώτης Κονδύλης: «Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους – ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στην μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο, γιατί, αν o πόλεμος είναι συνέχεια της πολι­τικής, ποιός πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;».

 Σχόλιο Άντη Ροδίτη

Λυπούμαι που είμαι αναγκασμένος να αρχίσω με μια προσωπική μου αναφορά. Είναι, όμως, αναγκαία αν πρόκειται να δώσω στους ενδιαφερόμενους αναγνώστες μια πλήρη εικόνα.

Το 2006 η ΕΣΤΙΑ κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες». Οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας σχεδίασαν τον όσο περνούσε από το χέρι τους αποκλεισμό του βιβλίου από τη δημόσια πληροφόρηση. Το απέκλεισαν από τις κρίσεις των κρατικών διακρίσεων και βραβείων. Προσέφυγα στην Επίτροπο Διοικήσεως η οποία εντόπισε τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες ως τους «φταίχτες» και τους ζήτησε να αποστείλουν στον συγγραφέα του βιβλίου τουλάχιστο μιαν επιστολή παραδοχής του «λάθους» τους. Δεν το έπραξαν.

Αλλά γιατί θυμήθηκα αυτή την υπόθεση επ’ ευκαιρία του πιο κάτω άρθρου του Χρήστου Ιακώβου;

Απλούστατα επειδή στις σελίδες 155-158 του βιβλίου Την Ελλάδα θέλομεν κ.λπ., αναδημοσιεύω άρθρο που είχα δημοσιεύσει στη Σημερινή στις 20 Ιουνίου 1981 με τίτλο «Τραγική αίσθηση της Ιστορίας».

Σ’ εκείνο το άρθρο κάκιζα τον παλιό μου δάσκαλο των ελληνικών στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, ποιητή, διανοούμενο, Γ.Δ. του ΡΙΚ, Κυβερνητικό Εκπρόσωπο και Υπουργό Παιδείας, Ανδρέα Χριστοφίδη, για την προσπάθειά του να δικαιολογήσει την απαράδεκτη και εγκληματική «πολιτική» (όσο περνούν τα χρόνια θα γίνεται όλο και πιο φανερό) του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες της Ελλάδος για να προωθήσει δικά του απεξαρτησιακά από την Ελλάδα οράματα και μωροφιλοδοξίεςεντελώς ασύμβατες με τον ένα και μόνο αληθινό αγώνα της Κύπρου.

Εκείνη η ανθελληνική, ανθενωτική και αντι-δυτική «πολιτική» του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου οδήγησε, κατά τη γνώμη μου, την Κύπρο και την Ελλάδα στη σημερινή τραγική τους θέση και κατάσταση.

Ο κατά τα άλλα εξαίρετος εκπαιδευτικός Χριστοφίδης (που παρασύρθηκε σε πολιτειακά κ.α. αξιώματα), είχε παρουσιάσει σε ομιλία του στις 15.12.1980, σε εκδήλωση στο Δημοτικό Θέατρο για τα εικοσάχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως έγραψα έξι μήνες μετά στη Σημερινή, εκείνη τη θεώρηση του Κυπριακού προβλήματος που απέδιδε την ύπαρξή τουστη σύγκρουση, τάχα, της… γεωγραφίας με την Ιστορία!

Ο Μακάριος, κατά την «εκτίμηση» του Χριστοφίδη (διάβαζε «απόπειρά του να δικαιολογήσει τη στήριξη που έδωσε στον Μακάριο») συνέλαβε, τάχα, την αδήριτη πραγματικότητα τήςγεωγραφικώς τουρκικής Κύπρου αλλά ιστορικώς ελληνικής και δούλεψε στην κατεύθυνση του συμβιβασμού των δύο επιδιώκοντας την… ανεξαρτησία!!

Καταλαβαίνει ο καθένας πια πόσο εμείς οι ίδιοι, στην προσπάθειά μας να διατηρήσουμε τον μύθο Μακαρίου, υπήρξαμε πρόδρομοι και πρωτεργάτες των θεωριών του Νταβούτογλου και του Ερντογάν ότι όλα όσα είναι γεωγραφικά κοντά στη σημερινή Τουρκία κι υπήρξαν κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τής… ανήκουν!!

Η πρόσφατη, βέβαια, ιστορία αποδεικνύει (ήδη δι’ εγγράφων απέδειξε) πόσο εφικτή ήταν η Ένωση με την Ελλάδα, πόσο η Ιστορία θα μπορούσε να κερδίσει το παιγνίδι, σε αντίθεση με τον στόχο της «ανεξαρτησίας», που διεκήρυττε ότι επεδίωκε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Αδιάσειστα είναι τα στοιχεία (έγγραφα που ήρθαν στο φως μετά το 2000) που δείχνουν πόσο εφικτή ήταν η Ένωση το 1964 αν την επιδιώκαμε με ειλικρίνεια και σοβαρότητα.

Η Ένωση, που θα καθιστούσε αχρείαστη τη δικτατορία του 67, το πραξικόπημα και την εισβολή του 74 και όλα τα κακά που ακολούθησαν συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής κατάρρευσης: Σήμερα και ήδη από το 1964 Ελλάδα και Κύπρος θα κατείχαν τη μεγαλύτερη ΑΟΖ της Μεσογείου από την Αδριατική ως τη Συρία.

Θέλω να πω ότι μια σοβαρή ελληνική υπευθυνότητα, η οποία δεν βρίσκεται πια πουθενά παρά μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις ανθρώπων που πνίγονται μέσα στη γενικότερη παράκρουση και παρακμή, θα έπαυε επιτέλους να ενημερώνεται από τον Νταβούτογλου ή/και τον Ερντογάν για τις προθέσεις της Τουρκίας, θα έπαυε να τις αναμασά και να τις υποδεικνύει σαν αποτέλεσμα πεφωτισμένων αποκαλύψεων και θα συγκεντρωνόταν πάνω στη δική μας ευθύνη για την κατάντια μας.

Αντίθετα αυτοπεριορίζεται ένοχα και εθελότυφλα μόνο σε κατηγορίες εναντίον των Τούρκων – λες και πρόκειται να τους δικάσει και να τους καταδικάσει και να μας ελευθερώσει κανένας ισχυρότερος χωρίς να έχει προς τούτο συμφέρον – αλλά και σε κατηγορίες εναντίον των ισχυρών που δεν επιβάλλουν τη δική μας δικαιοσύνη!!

Τη δική μας ΕΥΘΥΝΗ για τα κακά που μας βρήκαν και έπονται, όσοι προσπαθούν να την υποδείξουν ως ΣΗΜΕΙΟ ΕΚΚΙΝΗΣΗΣ μιας νέας αυτογνωσίας, απαραίτητης για να τεθούν απλώς τα θεμέλια μιας αληθινής, ελληνικής και αποτελεσματικής αγωνιστικότητας κατά του τουρκικού επεκτατισμού, όσοι, λοιπόν, προσπαθούν να υποδείξουν αυτή την ΕΥΘΥΝΗ, βρίσκουν τους εαυτούς τους αντιμέτωπους με μια ξεκάθαρη συνωμοσία εκ μέρους εκείνων των μετριοτήτων, των υπομετριοτήτων και ανθυπομετριοτήτων, για τις οποίες μιλά και ο Κονδύλης, και που έμαθαν να ζουν με τα συνθήματα, τις στρεβλώσεις και τις εξαπατήσεις του παρελθόντος.

Ο Χρήστος Ιακώβου ξέρει πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλώ και ξέρει πολύ καλά και τους τρόπους που θα μπορούσαμε να τους αντιμετωπίσουμε αντί να περιορίζεται ο ίδιος σε άρθρα αποκάλυψης των γνωστών και αδιαμφισβήτητων πλέον προθέσεων των Τούρκων.

Άντης Ροδίτης

Βίντεο

Μόνιμα