Antistasi

Για ευκολότερη ανάγνωση μπορείτε να βρείτε το κείμενο στον ιστοχώρο του συγγραφέα http://giorgosxenis.blogspot.com/

Γλωσσολογική εργασία, ιδεολογικό υπόβαθρο, κοινωνικές συνέπειες

του Γεωργίου Α. Ξενή

Αναπληρωτή Καθηγητή στο Παν/µιο Κύπρου

Σύνοψη: H αναγωγή µιας διαλέκτου σε γλώσσα – ορθότερα, σε επίσηµη ποικιλία –

είναι µια διαδικασία που έχει εφαρµοστεί πολλές φορές στην πρόσφατη ιστορία.

Απαιτεί πολιτική απόφαση και συνδέεται συνήθως µε την ανάπτυξη µιας νέας εθνικής

ταυτότητας. Η ίδια η διαδικασία περιλαµβάνει τον1

λεγόµενο γλωσσικό σχεδιασµό

(language planning), δηλαδή µια σειρά από πρακτικές γλωσσολογικές και

φιλολογικές ενέργειες που αφορούν σε πολλούς τοµείς: σύνταξη γραµµατικών,

συντακτικών, λεξικών, εισαγωγή στο εκπαιδευτικό σύστηµα, καλλιέργεια θετικών

κοινωνικών στάσεων κτλ. Στην παρούσα ανακοίνωση εξετάζεται το φαινόµενο αυτό

σε σχέση µε την κυπριακή διάλεκτο, ερευνώνται οι ιδεολογικές παράµετροι που το

καθορίζουν, προβλέπονται οι αρνητικές κοινωνικές συνέπειες που θα προκύψουν σε

περίπτωση ανάδειξης της κυπριακής διαλέκτου σε γλώσσα, και διατυπώνεται µια

εισήγηση προς τους γλωσσολόγους που συµµετέχουν στον άτυπο (λόγω ανυπαρξίας

πολιτικής απόφασης) γλωσσικό σχεδιασµό.

1. H γλωσσική κατάσταση στην Κύπρο σήµερα είναι δίµορφη

Για να περιγράψουµε τη γλωσσική µας κατάσταση σήµερα στην Κύπρο

µπορούµε να µεταχειριστούµε τον όρο diglossia του Αµερικανού γλωσσολόγου

Ferguson2

και να πούµε ότι η γλωσσική κοινότητα της Κύπρου είναι δίµορφη.

3

Για να

καλύψουµε δηλαδή τις γλωσσικές µας ανάγκες οι Έλληνες της Κύπρου

χρησιµοποιούµε δύο µορφές της ελληνικής γλώσσας, όχι µόνο µία: την κυπριακή

διάλεκτο και τη νεοελληνική κοινή.

Αυτές οι δύο µορφές εκµανθάνονται µε διαφορετικό τρόπο και έχουν

διαφορετικούς τοµείς χρήσεως. Ως προς τις µεθόδους εκµάθησης, η κυπριακή

διάλεκτος είναι συνήθως µητροδίδακτη και φυσικώς κατακτηµένη. Η νεοελληνική

κοινή αφ’ ετέρου διδάσκεται κυρίως από το εκπαιδευτικό σύστηµα. Όµως και πριν

ακόµη φοιτήσει κανείς στο σχολείο, έχει ήδη πολλά ακούσµατα νεοελληνικής κοινής,

προερχόµενα λ.χ. από το οικογενειακό και συγγενικό του περιβάλλον, το ραδιόφωνο

και την τηλεόραση. Μάλιστα κατά τα τελευταία χρόνια µε τη µόνιµη εγκατάσταση

στο νησί µας πολλών Ελλαδιτών έχουν αυξηθεί σηµαντικά τα ακούσµατα

νεοελληνικής κοινής στην κοινωνία της Κύπρου και στο εκπαιδευτικό της σύστηµα.

2. Τοµείς χρήσεως κυπριακής διαλέκτου και νεοελληνικής κοινής

Ως προς τους τοµείς χρήσεως, η µεν κυπριακή διάλεκτος, ακριβώς επειδή

είναι η µορφή την οποία κατακτούµε ήδη από το σπίτι µας και είναι συνδεδεµένη µε

οικεία περιβάλλοντα, χρησιµοποιείται στον ιδιωτικό χώρο και σε τοµείς που έχουν

χαρακτηριστικά ιδιωτικού χώρου, λ.χ. στις ανεπίσηµες και καθηµερινές περιστάσεις

της αυθόρµητης και προφορικής επικοινωνίας. Όσον αφορά στο πεδίο του γραπτού

λόγου, η διάλεκτος έχει ισχνότατη παρουσία: λ.χ. δεν εµφανίζεται ποτέ στην

1

Κατά τη χρήση του τελικού νυ δεν ακολουθώ όλες τις συµβάσεις που καθιέρωσε η σχετική

διδασκαλία του Μανόλη Τριανταφυλλίδη.

2

Ο όρος ‘diglossia’ σηµαίνει «χρήση δύο διαφορετικών µορφών της ίδιας γλώσσας» και έτσι είναι

καλό να αποδίδεται ως «γλωσσική διµορφία» και όχι ως «διγλωσσία». Ο τελευταίος όρος ερµηνεύεται

συνήθως από τους φυσικούς οµιλητές της ελληνικής ως «χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών».

3

Άλλοι µελετητές χρησιµοποιούν την έννοια του «γλωσσικού συνεχούς», για να περιγράψουν τη

γλωσσική κατάσταση της Κύπρου.2

επιστήµη, τη διοίκηση και τη νοµοθεσία, και το γεγονός αυτό ευθύνεται για το ότι η

διάλεκτός µας, όπως εξάλλου και οι άλλες διάλεκτοι της ελληνικής, δεν διαθέτει

επίσηµο σύστηµα γραφής ούτε σταθερές ορθογραφικές συµβάσεις. Βέβαια η

διάλεκτος έχει µια σχετική παρουσία σε ένα είδος γραπτού λόγου, τη λογοτεχνία,

αλλά αυτό µπορεί να εξηγηθεί από το ότι η λογοτεχνία διαθέτει έντονη

βιωµατικότητα και ως τούτου προσοµοιάζει προς τον λόγο του ιδιωτικού χώρου.

Από την άλλη πλευρά, η νεοελληνική κοινή είναι η µορφή ελληνικής

γλώσσας, την οποία η Κυπριακή Δηµοκρατία θεωρείεπίσηµη. Εφαρµόζεται εποµένως

σε όλες τις λειτουργίες και τα πεδία του κράτους, λ.χ. στην εκπαίδευση, τη διοίκηση,

τη νοµοθεσία, τα δικαστήρια κτλ. Στην εκπαίδευση ειδικότερα, όπως ανέφερα

προηγουµένως, η νεοελληνική κοινή, ως πρότυπη και επίσηµη ποικιλία, είναι ο

µοναδικός στόχος και παράλληλα το µοναδικό µέσο του εγγραµµατισµού. Όµως η

νεοελληνική κοινή είναι συνδεδεµένη όχι µόνο µε το κράτος αλλά ευρύτερα µε τον

δηµόσιο και/ή επίσηµο χώρο. Έτσι έχει κυρίαρχη θέση στην τηλεόραση και το

ραδιόφωνο, στις πιο επίσηµες µορφές του προφορικού λόγου ή στα λογιότερα

υφολογικά επίπεδά του.

4

Τέλος η νεοελληνική κοινή είναι το κατ’ εξοχήν όργανο του

γραπτού λόγου σε όλες τις εκφάνσεις του, επίσηµες αλλά και ανεπίσηµες.

Γενικά, η νεοελληνική κοινή είναι µια πλήρως ανεπτυγµένη γλωσσική µορφή,

η οποία µπορεί να χρησιµοποιηθεί για όλες ανεξαιρέτως τις χρήσεις και τις

λειτουργίες που επιτελεί µια γλώσσα. Ωστόσο οι Έλληνες της Κύπρου κάποιες από

τις χρήσεις αυτές (τις ανεπίσηµες, τις προφορικές κτλ) τις κρατούµε για τη διάλεκτό

µας. Ως αποτέλεσµα τούτου είµαστε γλωσσικά δισυπόστατοι (diglossic).

3. Ενίσχυση της κυπριακής διαλέκτου εις βάρος της κοινής

Ο κυπριακός ελληνισµός στη συντριπτική του πλειονότητα τηρεί την ανωτέρω

κατανοµή «ζωνών ευθύνης» µεταξύ διαλέκτου και κοινής και έτσι κατορθώνει να

διατηρεί και τις δύο µορφές. Ωστόσο ορισµένοι κύκλοι στην κοινωνία –και

σκέπτοµαι για παράδειγµα τους Νεοκυπρίους– ευνοούν την προώθηση της κυπριακής

εις βάρος της κοινής, και τούτο για ιδεολογικούς λόγους που θα αναλύσουµε εν

συνεχεία.

Μεταβαίνοντας τώρα από την κοινωνία στον ακαδηµαϊκό χώρο, κάποιοι

συνάδελφοι γλωσσολόγοι αντί να περιγράφουν και να ερµηνεύουν τη γλωσσική

κατάσταση, όπως απαιτεί η επιστήµη της γλωσσολογίας, προσπαθούν να ρυθµίσουν

τη γλωσσική κατάσταση της Κύπρου υπέρ της διαλέκτου και εις βάρος της κοινής.

Ρύθµιση λ.χ. είναι η περίπτωση κατά την οποία ορισµένοι γλωσσολόγοι συνειδητά

εισάγουν τη διάλεκτο σε τοµείς για τους οποίους η γλωσσική κοινότητα χρησιµοποιεί

την κοινή, συνειδητά αναθέτουν στη διάλεκτο επικοινωνιακούς ρόλους για τους

οποίους είναι υπεύθυνη η κοινή. Θα σας δώσω δύο παραδείγµατα:

(α) Ξεκινώ µε ένα περιστατικό από την προσωπική µου εµπειρία. Κάποιος

γλωσσολόγος που ειδικεύτηκε σε θέµατα κυπριακής διαλέκτου, σε πρόσφατη

ηλεκτρονική αλληλογραφία µεταξύ µας, συστηµατικά συνέτασσε τα κείµενά του

στην κυπριακή διάλεκτο και όχι στην κοινή. Το συζητούµενο θέµα ήταν

επιστηµονικό και ο βαθµός οικειότητας µεταξύ µας περιορισµένος, γεγονός που

αντικατοπτριζόταν και στο ότι ο εν λόγω γλωσσολόγος µεταχειριζόταν τον

πληθυντικό ευγενείας. Και ασφαλώς επρόκειτο για γραπτό λόγο. Αυτές οι τρεις

4

Πρέπει δε να επαναλάβουµε ότι η χρήση της κοινής στον προφορικό λόγο στην Κύπρο έχει αυξηθεί

προσφάτως και έχει εισχωρήσει και σε πεδία ανεπίσηµης και φιλικής συνοµιλίας. Αυτό οφείλεται στο

ότι οι Κύπριοι πολλές φορές έχουν ως συνοµιλητές τους Έλληνες της µητροπολιτικής Ελλάδος, οι

οποίοι έχουν εγκατασταθεί µονίµως στην Κύπρο κατά την τελευταία περίοδο. 3

παράµετροι (επιστηµονικό θέµα, έλλειψη οικειότητας µεταξύ των

αλληλογραφούντων και γραπτός λόγος) υπό κανονικές συνθήκες συνθέτουν ένα

επικοινωνιακό πλαίσιο, το οποίο, όπως περιεγράφη στη δεύτερη ενότητα, είναι

κατάλληλο για χρήση της κοινής. Και όµως ο γλωσσολόγος αυτός, αν και γνωρίζει

πολύ καλά την κοινή, χρησιµοποιούσε σκοπίµως τη διάλεκτο.

5

(β) To δεύτερο παράδειγµα το αντλώ από την εφηµερίδα City Free Press της

15ης Φεβρουαρίου 2012.

6

Είναι επίσης γραµµένο από γλωσσολόγο, τον Σ. Τσολακίδη,

του Πανεπιστηµίου Frederick. Να διαβάσουµε πρώτα ένα χαρακτηριστικό

απόσπασµα, για να αντιληφθούµε το γλωσσικό στυλ του κειµένου (το οποίο –

σηµειωτέον– είναι πανοµοιότυπο µε το γλωσσικό στυλ που χρησιµοποιούσε ο

προηγούµενος γλωσσολόγος κατά τη µεταξύ µας αλληλογραφία):

«Μέσα-µέσα παρουσιάζονται απόψεις για το γλωσσικόν έλλειµµα των

Κυπραίων, µίσσιη µου γιατί τα σύγχρονα κυπριακά εν µια εκφραστικά

περιορισµένη ντοπιολαλιά. Όµως, το θέµαν ένι πόσον γενικά τζαι απόλυτα εν

τα πιο πάνω. Παντού τζαι πάντα σε ούλλες τες σχολικές τάξεις τζαι σε

ούλλες τες κοινωνίες έσσιει σσειρόττερους τζαι καλλύττερους µαθητές».

Κατ’ αρχάς το ότι ένας γλωσσολόγος χρησιµοποιεί την πιο πάνω γλωσσική

µορφή, τη διάλεκτο, προκειµένου να διατυπώσει γραπτό επιστηµονικό λόγο είναι από

µόνο του αποκαλυπτικό µιας προσωπικής τοποθέτησης, που στέλνει ανάλογα

µηνύµατα στους αποδέκτες του κειµένου, οι οποίοι – πρέπει να λεχθεί – είναι νεαρά

άτοµα.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το κοµµάτι του άρθρου που αναφέρεται στη

χρήση της διαλέκτου στον γραπτό λόγο, ο οποίος παραδοσιακά, όπως ελέχθη, ανήκει

στη νεοελληνική κοινή:

«Σχετικά µε τα γραπτά Κυπριακά λλίον πολλά ούλλοι θυµούµαστε τα

διαλεκτικά κείµενα της κυπριακής λογοτεχνίας που εθκιαβάζαµεν στο

Κυπριακό Ανθολόγιο. Κάτι που ίσως έννεν τόσον γνωστόν, εν ότι η επάρκεια

των Κυπριακών εδοκιµάστηκεν µε επιτυχίαν τζιαι σε νοµικά κείµενα, πιο

συγκεκριµένα στις Ασσίζες του 14ου

αι…. Σήµερα αν θέλει κάποιος να γράψει

κυπριακά…».

Το σηµείο που υπογράµµισα αναδεικνύεται και στην εφηµερίδα τυπογραφικά, καθώς

ο συγγραφέας το χρωµάτισε κόκκινο. Ο Τσολακίδης αναφέρεται στη µεταχείριση της

διαλέκτου στον γραπτό λόγο. Εν πρώτοις αναφέρει τη χρήση της στη λογοτεχνία.

Αυτό δεν είναι σπάνιο για το λόγο που εξηγήσαµε ανωτέρω. Συνεχίζει όµως

σχολιάζοντας τη χρήση της διαλέκτου σε ένα κατ’ εξοχήν επίσηµο, µη βιωµατικό,

5

Για να λάβουµε µια πρώτη γεύση της λογικής που ενυπάρχει σε τέτοιες ενέργειες, µπορούµε να

παραβάλουµε το εξής απόσπασµα από τον Calvet 1998, 63–4: ‘Speaking a language always indicates

something besides what I am in the process of saying in the language. When, in the situation in

question, I have a choice between several languages, my choice will be noticed at the same time as my

message. We can say that the form I adopt denotes what I say, the message, and from another point of

view, it connotes. Connotes what? It is precisely here that the analysis of language attitudes has much

to teach us about societies. When civil servants in an African country formerly colonized by France

speak French to each other, although they have the same mother tongue, they connote a desire to

conform to a Western model, they encode their difference from the people, the fact that they have

studied, that they have university degrees, and so on. If, in the same group, a speaker with the same

background as the others expresses himself in his mother tongue he connotes a rejection, both of the

colonial language, and of belonging to it’. Πλήρης ανάλυση του φαινοµένου θα παρατεθεί κατωτέρω.

6

Τσολακίδης Σ. και Λοϊζίδου-Ιερίδου Ν. 2012. «Οµιλείτε ελληνικά;», εφηµερίδα City Free Press,

15.2.2012 (αρ. 295), σελ. 12-4. Ηλεκτρονική έκδοση:

http://issuu.com/cityfreepresscy/docs/city_295_full_pdf4

πεδίο γραπτού λόγου, τη νοµοθεσία στις Ασσίζες του 14ου αι. Το υπονοούµενο ίσως

είναι: αφού το πείραµα εισαγωγής της κυπριακής στη νοµοθεσία γνώρισε επιτυχία

τον 14ο

αιώνα, είναι πολύ πιθανόν, αν επαναληφθεί και σήµερα, να γνωρίσει και πάλι

ανάλογη επιτυχία.

7

Και έπειτα παρέχει πληροφορίες σε όσους επιθυµούν να γράψουν

κυπριακά συστήνοντάς τους σχετικά εργαλεία. Και αυτό το σηµείο έχει τεράστια

σηµασία: δεν γράφει µόνον ο ίδιος τη διάλεκτο, αλλά προτρέπει εµµέσως και τους

νεαρούς αναγνώστες του να δηµιουργούν γραπτά κείµενα στη διάλεκτο (και όχι στην

κοινή). Ο ρόλος της διαλέκτου ως οργάνου προφορικού µόνον λόγου τού φαίνεται

πολύ περιορισµένος.

Τί µας δείχνουν τα δύο παραδείγµατα που παρουσιάσαµε; Την επιθυµία και

επιδίωξη κάποιων γλωσσολόγων να προωθηθεί η διάλεκτος ως όργανο γραπτού

λόγου (ακόµη και στα επίσηµα και απαιτητικά περιβάλλοντα της διανόησης, της

νοµοθεσίας, της σοβαρής µεταξύ επιστηµόνων αλληλογραφίας) και αντιστοίχως να

εκτοπιστεί η κοινή από τους χώρους αυτούς. Επιπλέον είναι σηµαντικό ότι την ιδέα

αυτή την υποστηρίζουν και µέσω των προσωπικών τους συγγραφικών πρακτικών στη

διάλεκτο και µέσω των πλαγίων παροτρύνσεών τους προς άλλους να πράξουν το ίδιο.

Αν θέλουµε να αποκτήσουµε µια πιο ευρεία εικόνα για την εξέλιξη της

γλωσσικής κατάστασης στην Κύπρο, µπορούµε να στραφούµε στην πρόβλεψη που

διατύπωσε η γλωσσολόγος Μαρίνα Τερκουράφη (2010, 224):

«Στην περίπτωση της κυπριακής, η οικονοµική και γλωσσική αυτοπεποίθηση

των Κυπρίων µαζί µε την καταγραφή και µελέτη της κυπριακής στα πλαίσια

της γενικότερης ανόδου της διαλεκτολογίας στην Ελλάδα και πρόσφατων

πρωτοβουλιών του Πανεπιστηµίου Κύπρου ειδικότερα8

είναι µια οµάδα

παραµέτρων που µπορούν να οδηγήσουν στη θεσµοθέτηση της

διαφορετικότητας ανάγοντας την κυπριακή σε ισότιµο µέλος µιας οικογένειας

ελληνογενών γλωσσών, κατά το πρότυπο των ρωµανικών, δηλαδή σε µία

ausbau γλώσσα κατά την ορολογία του Ηeinz Kloss(1967)».

Η Τερκουράφη θεωρεί ότι είναι ευνοϊκό το έδαφος για την αναγωγή της κυπριακής σε

γλώσσα (αφού προηγηθεί όµως θεσµοθέτηση µε πολιτική απόφαση): να αρχίσει

δηλαδή η κυπριακή να χρησιµοποιείται αυτόνοµα και ανεξάρτητα από την ελληνική

γλώσσα, έστω και αν ετυµολογικά/ιστορικά/γενετικά είναι συνδεδεµένη µαζί της· η

κυπριακή να αποκτήσει πληρότητα ως σύστηµα επικοινωνίας – να µην οµιλείται

µόνο, αλλά και να γράφεται σε όλα τα πεδία γραπτού λόγου (νοµοθεσία, επιστήµη,

διοίκηση κτλ), να επιτελεί δηλαδή και επίσηµες λειτουργίες στο κράτος. Και το

αποτέλεσµα θα είναι να καταστεί περιττή η νεοελληνική κοινή στην Κύπρο,

δεδοµένου ότι δεν θα της αποµένουν οποιεσδήποτε λειτουργίες να επιτελεί. Ανάλογη

περίπτωση είναι οι νεολατινικές γλώσσες(ιταλική, γαλλική, ισπανική, πορτογαλλική,

ρουµανική), οι οποίες γενετικά µεν άρχισαν ως γεωγραφικές διάλεκτοι της λατινικής,

αλλά τώρα λειτουργούν ως αυτόνοµες γλώσσες – η καθεµιά τους µε πλήρη

τυποποίηση, µε χρήση όχι µόνο στον προφορικό αλλά και σε όλες τις εκφάνσεις του

γραπτού λόγου, µε χρήση στο εκπαιδευτικό σύστηµα της κάθε χώρας κτλ. Μάλιστα

η καθεµιά λειτουργεί και ως εθνική γλώσσα, εκφράζοντας µια διαφορετική εθνική

συνείδηση. Γενικά οι γλώσσες ‘ausbau’, τις οποίες επικαλείται η Τερκουράφη ως

παρόµοιες µε την υπό σύσταση «κυπριακή γλώσσα», είναι γλώσσες που προκύπτουν

εξελικτικά από µια γλωσσική µορφή, η οποία προηγουµένως αντιµετωπιζόταν ως

διάλεκτος µιας άλλης γλώσσας. Και το ελατήριο για την αναγωγή των γλωσσικών

7

Βέβαια ο παραλληλισµός είναι άκυρος για πολλούς λόγους, αλλά ακόµη και έτσι αποκαλύπτει µια

ορισµένη αντίληψη του δηµιουργού του.

8

Σε υποσηµείωση αναφέρει τα εξής: «Σηµαντικότερη ανάµεσα σε αυτές είναι η προσεχής έκδοση

περιγραφικής γραµµατικής της κυπριακής (Pavlou et al. forthcoming)».5

αυτών µορφών σε αυτόνοµες γλώσσες είναι σε πολλές περιπτώσεις οι προσπάθειες

δηµιουργίας ή το γεγονός της δηµιουργίας µιας νέας εθνικής συνείδησης στα µέλη

αυτής της γλωσσικής µορφής, µιας νέας εθνικής συνείδησης διαφορετικής σε σχέση

µε την εθνική συνείδηση που εκφράζεται διά µέσου της γλώσσας της οποίας η εν

λόγω γλωσσική µορφή εθεωρείτο έως τότε διάλεκτος.

9

Άλλη παρόµοια περίπτωση

είναι η οµάδα γλωσσών που απαρτίζεται από τη Νορβηγική, τη Δανική, τη Σουηδική

και την Ισλανδική: όλες αυτές ξεκίνησαν ως διάλεκτοι της ίδιας γλώσσας και όµως

εξελίχθηκαν σε αυτόνοµες γλώσσες τύπου ausbau και τώρα εκφράζουν και

διαφορετικές εθνικές συνειδήσεις.

10

Η αναγωγή της κυπριακής από το status της διαλέκτου στο status της γλώσσας

προϋποθέτει, όπως είπαµε, πολιτική απόφαση, αλλά επιπλέον απαιτεί και ορισµένη

γλωσσική επεξεργασία.

11 Στο ανωτέρω κείµενο η Τερκουράφη αποδίδει αυτήν την

πρόσθετη επεξεργασία σε «πρόσφατες πρωτοβουλίες του Πανεπιστηµίου Κύπρου».

Αυτό είναι εν µέρει ανακριβές, διότι το Πανεπιστήµιο Κύπρου ως Ίδρυµα δεν έχει

καµία τέτοια πολιτική: η όποια επεξεργασία της κυπριακής τελείται σε επίπεδο

ατοµικών πρωτοβουλιών κάποιων συναδέλφων γλωσσολόγων. Επίσης την κυπριακή

επεξεργάζονται γλωσσολόγοι όχι µόνο στο Πανεπιστήµιο Κύπρου αλλά και σε άλλα

πανεπιστηµιακά ιδρύµατα της χώρας, δηµόσια και ιδιωτικά. Τέλος, καλό είναι να

διευκρινίσουµε και κάτι σηµαντικό, ώστε να διαλυθούν τυχόν εσφαλµένες απόψεις:

παρά τα περί του αντιθέτου κατά καιρούς εκφραζόµενα, είναι απολύτως εφικτή η

αναγωγή µιας διαλέκτου σε γλώσσα, δηλαδή σε κυρίαρχη και επίσηµη ποικιλία. Πέρα

από τα παραδείγµατα που αναφέραµε ανωτέρω, ας µην ξεχνάµε ότι και η

νεοελληνική κοινή (κατά το δηµώδες σκέλος της, όχι κατά το λόγιό της) στηρίζεται

σε µια διάλεκτο, την πελοποννησιακή-επτανησιακή διάλεκτο.

12 Βέβαια µια

διάλεκτος, αν πρέπει να εξελιχθεί σε γλώσσα, δηλαδή σε επίσηµη και πρότυπη

ποικιλία, οφείλει απαραιτήτως –επαναλαµβάνουµε– να υποβληθεί προηγουµένως σε

επεξεργασία σε διάφορα επίπεδα, να υποβληθεί στη λεγόµενη τυποποίηση

(standardisation).

4. Τοµείς ενίσχυσης της κυπριακής µε το έργο των γλωσσολόγων (α-ε) και τη

βοήθεια άλλων παραγόντων (στ):

Εν συνεχεία θα εξετάσουµε συνοπτικά τέσσερα επίπεδα στα οποία γίνεται

τυποποίηση της κυπριακής από ορισµένους γλωσσολόγους. Η τυποποίηση είναι

απαραίτητη, για να αναχθεί η διάλεκτος σε γλώσσα, διότι περιλαµβάνει τον

εξοπλισµό της κυπριακής µε έργα αναφοράς. Είναι δε ευνόητο ότι χωρίς έργα

αναφοράς οι χρήστες της κυπριακής θα αναγκάζονται να στηρίζονται σε έργα

9

Haugen 1966, 927: ‘Every self-respecting nation has to have a language. Not just a medium of

communication, a “vernacular” or “dialect”, but a fully developed language’.

10 Για την περίπτωση της Νορβηγικής βλ. Calvet 1998, 137–140.

11 Haugen 1966.

12 Ν. Ανδριώτη, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 121: «Η σηµερινή

κοινή νεοελληνική γλώσσα … έχει διαµορφωθεί µε βάση τα νότια ιδιώµατα, και ιδιαίτερα της

Πελοποννήσου». G. Horrocks, Ελληνικά: Ιστορία της γλώσσας και των οµιλητών της, µτφρ. Μ.

Σταύρου και Μ. Τζεβελέκου, 2η

έκδ., Αθήνα 2009, σελ. 547: «Η πελοποννησιακή-επτανησιακή ….

Αυτή η περιοχή πρόσφερε τα κύρια στοιχεία της δηµώδους προκειµένου να σχηµατιστεί η Πρότυπη

Νέα Ελληνική». Την ίδια επιστηµονική θέση υποστηρίζουν και πλήθος άλλοι ειδικοί γλωσσολόγοι,

όπως ο Μ. Τριανταφυλλίδης, ο Ε. Πετρούνιας. 6

αναφοράς της νεοελληνικής κοινής για τις ανάγκες τους και έτσι θα χάνουν την

αυτονοµία τους(Παύλου 2010, 195).

(α) Η ίδια η Τερκουράφη (2010, 224 υποσηµ.) µας αναφέρει ένα επίπεδο

αυτής της τυποποίησης:

«Σηµαντικότερη ανάµεσα σε αυτές τις πρωτοβουλίες είναι η προσεχής έκδοση

περιγραφικής γραµµατικής της κυπριακής …».

Αυτή η γραµµατική πρέπει να πω είναι συλλογικό έργο και συνεργάτες στη συγγραφή

είναι οι γλωσσολόγοι Σταυρούλα Τσιπλάκου και Φωτεινή Κουτσούγερα. Συµµετείχε

και ο Παύλος Παύλου στα πιο πρώιµα στάδια. Στο έργο αυτό περιγράφεται

λεπτοµερώς η φωνολογία και η µορφοσύνταξη της κυπριακής διαλέκτου µε χρήση

των αρχών της σύγχρονης γλωσσολογίας (Τσιπλάκου 2011, 533).

(β) Εκτός από γραµµατική, για να προτυποποιηθεί η κυπριακή ποικιλία,

απαιτούνται και λεξικά της κυπριακής. Εδώ σχετική εργασία κάνει η γλωσσολόγος

Μαριάννα Κατσογιάννου. Σχολιάζοντας τα λεξικά της κυπριακής που έχουν

δηµοσιευτεί µέχρι σήµερα αναφέρει (2010, 186-7) ότι αυτά

«σχεδιάζονται και συντάσσονται ως δίγλωσσα. Δεν ερµηνεύουν δηλαδή τα

λήµµατα µέσω ορισµών, αλλά παρέχοντας µεταφραστικά ισοδύναµα στην

κοινή – ενώ η διάλεκτος εµφανίζεται αποκλειστικά ως γλώσσα-πηγή. Στην

πράξη, αυτό σηµαίνει ότι η γνώση της κοινής θεωρείται δεδοµένη, χωρίς

βέβαια αυτό να αναφέρεται ρητά, ούτε να σχολιάζεται µε οποιονδήποτε τρόπο

από τους συντάκτες των λεξικών. Το συµπέρασµα στο οποίο οδηγούµαστε

είναι ότι τα λεξικά της κυπριακής δεν φαίνεται να απευθύνονται σε

διαλεκτόφωνους οµιλητές, αλλά µάλλον σε ένα κοινό αποτελούµενο από

διανοούµενους και/ή ερευνητές που ασχολούνται µε γλωσσικά θέµατα».

Η Κατσογιάννου φαίνεται να εκπλήσσεται από το ότι οι συντάκτες των λεξικών

θεωρούν δεδοµένη τη γνώση της κοινής χωρίς καµία ανάγκη επεξηγήσεως. Ωστόσο η

λανθάνουσα αυτή παραδοχή των συντακτών των λεξικών είναι ορθή, διότι ο Κύπριος

οµιλητής είναι γλωσσικά δισυπόστατος (diglossic, βλ. ενότητα 1): δεν είναι µόνο

διαλεκτόφωνος, αλλά είναι γνώστης και της κοινής. Επίσης η Κατσογιάννου φαίνεται

να εννοεί ότι για να θεωρηθεί ότι απευθύνεται ένα λεξικό της κυπριακής στον

«διαλεκτόφωνο» οµιλητή θα πρέπει να χρησιµοποιεί την κυπριακή διάλεκτο όχι µόνο

ως γλώσσα-πηγή αλλά και ως γλώσσα των ορισµών, να είναι δηλαδή από κυπριακή

διάλεκτο προς κυπριακή διάλεκτο και όχι από κυπριακή διάλεκτο προς νεοελληνική

κοινή. Σύµφωνα µε τις προδιαγραφές αυτές, ιδεώδες για τον «διαλεκτόφωνο»

οµιλητή θα ήταν ένα λεξικό όπου τα λήµµατα θα είχαν τη µορφή λ.χ. «χ̌έρι = το ένα

που τα θκυό πάνω άκρα του αθθρώπου, που αποτελείται που τον νώµο, την κουτάλα,

τον πήχυ τζαι τη φούχτα»

13 και όχι «χ̌έρι = χέρι».

Παρόµοιες απόψεις εκφράζει για τα µέχρι τούδε λεξικά της κυπριακής και ο

Παύλου (2010, 199 κ.εξ.) και προσθέτει µάλιστα το εξής: επειδή συνήθως τα λεξικά

αυτά περιλαµβάνουν µόνο τις αποκλίσεις της κυπριακής διαλέκτου από τη

νεοελληνική κοινή, συνιστούν περιγραφές της κυπριακής διαλέκτου σε σχέση µε τη

νεοελληνική κοινή. Θα πρέπει όµως τα λεξικά της κυπριακής να περιλαµβάνουν και

όλο το λεξιλόγιο της κυπριακής που είναι ακριβώς το ίδιο µε το λεξιλόγιο της

νεοελληνικής κοινής,

14 ώστε να καθίστανται περιγραφές της κυπριακής ως αυτόνοµου

13 Το παράδειγµα είναι δική µου κατασκευή για σκοπούς διευκρίνισης το σηµείου. Πάντως είναι

χαρακτηριστικό για την αντίληψη που έχει η κυπριακή κοινωνία για το θέµα αυτό το ότι σε δηµόσια

διάλεξή µου στις 15 Νοεµβρίου 2012 στο Σαλαµίνιο Ελεύθερο Πανεπιστήµιο Αµµοχώστου το

φανταστικό αυτό παράδειγµα προκάλεσε θυµηδία σε όλο το ακροατήριο.

14 Λ.χ. τραπέζι, σήµερα, εσύ κτλ (δικά µου παραδείγµατα).7

κώδικα επικοινωνίας. Ένα τέτοιο λεξικό της κυπριακής θα δώσει τη µέγιστη δυνατή

ανεξαρτησία του Κύπριου οµιλητή από τα λεξικά της κοινής.

Μένοντας στο χώρο της λεξικογραφίας, πρέπει επίσης να αναφέρουµε ότι ο

Παύλου (2010) τόνισε την ανάγκη να συνταχθούν και δίγλωσσα λεξικά (bilingual

dictionaries), λεξικά δηλαδή από µια ξένη γλώσσα όχι προς τη νεοελληνική κοινή

αλλά προς την κυπριακή και από την κυπριακή προς µια ξένη γλώσσα: λ.χ.

αγγλικά―κυπριακά, κυπριακά―αγγλικά κ.ο.κ. Κατά τον ίδιο, οι Κύπριοι οµιλητές

αντιµετωπίζουν δυσχέρειες, όταν χρησιµοποιούν δίγλωσσα λεξικά που στηρίζονται

στη νεοελληνική κοινή (λ.χ. αγγλικά―νεοελληνική κοινή και τούµπαλιν) (Παύλου

2010, 200).

Οι θέσεις των δύο αυτών γλωσσολόγων θα πρέπει να εξεταστούν εν σχέσει

προς το τί συµβαίνει στις άλλες γλώσσες. Πράγµατι αν πάρουµε οιανδήποτε άλλη

γλώσσα, την αγγλική, τη γαλλική, την ισπανική κτλ., αµέσως αντιλαµβανόµαστε ότι

καθεµία από αυτές έχουν µονόγλωσσα λεξικά (monolingual dictionaries, λ.χ. από

αγγλικά σε αγγλικά, από γαλλικά σε γαλλικά κ.ο.κ.) αλλά και λεξικά δίγλωσσα,

δηλαδή από και προς τιςίδιες: αγγλικά―νορβηγικά και τούµπαλιν, αγγλικά―ιταλικά

και τούµπαλιν, αγγλικά―πορτογαλλικά και τούµπαλιν κ.ο.κ. Άρα δεδοµένου ότι η

κυπριακή ανάγεται σε γλώσσα, σε κυρίαρχη ποικιλία, δεν θα πρέπει αναλόγως να

έχουµε κυπριακά―νορβηγικά και τούµπαλιν, κυπριακά―ιταλικά και τούµπαλιν

κ.ο.κ.; Οι θέσεις εποµένως αυτές της Κατσογιάννου και του Παύλου είναι κατανοητές

µόνο υπό το πρίσµα µιας χωριστής κυπριακής γλώσσας, ανεξάρτητης από την

ελληνική, από την επίσηµη ποικιλία της ελληνικής, δηλ. τη νεοελληνική κοινή.

(γ) Αφού προγραµµατίζεται η εκπόνηση γραµµατικών και λεξικών της

κυπριακής, αφού δηλαδή υπάρχει η πρόθεση να εισαχθεί η κυπριακή σε επίσηµο

γραπτό λόγο, απαιτείται και ένα επίσηµο σύστηµα γραφής για την κυπριακή, το οποίο

θα περιλαµβάνει ένα ιδιαίτερο αλφάβητο καθώς και σταθερές ορθογραφικές

συµβάσεις. Το αλφάβητο αυτό θα πρέπει να περιέχει και σύµβολα που απουσιάζουν

από το ελληνικό αλφάβητο, καθώς η κυπριακή διάλεκτος διαθέτει και φθόγγους

(ήχους) που λείπουν από τους φθόγγους της νεοελληνικής κοινής (σκεφθείτε λ.χ. τους

µεταφατνιακούς φθόγγους που υπάρχουν στη διαλεκτική µορφή του «καιρός» και του

«χιόνι»). Ένα παρόµοιο επίσηµο σύστηµα γραφής ακόµη δεν έχει ετοιµαστεί, όµως

γίνονται προκαταρκτικές ενέργειες. Το ζήτηµα απασχόλησε προσφάτως τους

γλωσσολόγους Μαριάννα Κατσογιάννου, Σπύρο Αρµοστή και Κυριακή

Χριστοδούλου σε συνέδριο του εξωτερικού. Ο τίτλος της ανακοινώσεώς τους είναι

χαρακτηριστικός: ‘Writing in Cypriot Greek: the need for standardization and its

importance for the dialectal lexicography’ (Katsoyannou – Armosti – Christodoulou

2011). Όσον αφορά στην ορθογραφία, διαφαίνεται η τάση να προκριθούν συµβάσεις

που δεν στηρίζονται στην ετυµολογία: λ.χ. προτιµάται η γραφή «σ̌έρι» έναντι της

γραφής «χ̌έρι». Η ετυµολογική γραφή «χ̌έρι» συσχετίζει τη λέξη καθαρά µε την

ευρύτερη ελληνική γλώσσα, η οποία ως γνωστό ακολουθεί την ιστορική-ετυµολογική

ορθογραφία. Αντιθέτως, οποιαδήποτε άλλη µέθοδος ορθογράφησης (λ.χ. «σ̌έρι»),

παρά τα όποια πλεονεκτήµατά της, καθιστά τον συσχετισµό αυτό ασαφή.

(δ) Μια άλλη ενέργεια απαραίτητη για την αναγωγή της κυπριακής σε γλώσσα

είναι ασφαλώς η ένταξή της στο επίσηµο περιβάλλον του δηµόσιου εκπαιδευτικού

συστήµατος, ώστε να εκπαιδευτούν αναλόγως οι µελλοντικές γενιές. Στο

εκπαιδευτικό σύστηµα της Κύπρου η διάλεκτος ήταν παρούσα στο πλαίσιο κάποιων

λογοτεχνικών κειµένων από την τοπική παράδοση. Πέρα όµως από αυτό, όπως και

στην Ελλάδα, το αποκλειστικό όργανο εγγραµµατισµού ήταν η νεοελληνική κοινή, η

επίσηµη ποικιλία δηλαδή της γλώσσας µας. Όµως στo νέο αναλυτικό πρόγραµµα για8

τη νέα ελληνική γλώσσα που σχεδιάστηκε το 201015 και άρχισε να εφαρµόζεται από

τον Σεπτέµβριο του 2011 η κυπριακή διάλεκτος παρουσιάζεται µε σαφώς

αναβαθµισµένο ρόλο. Η Τσιπλάκου, η οποία είχε την κύρια ευθύνη ή τουλάχιστον

ενεργό ανάµιξη στη σύνταξη του νέου αναλυτικού, αναφέρει ότι το νέο αναλυτικό

διδάσκει τη διάλεκτο µε συστηµατικό τρόπο σε αντίθεση µε το τί γινόταν παλαιότερα

(Hadjioannou–Tsiplakou–Kappler 2011, 533) και «δεν κάνει ρυθµίσεις ως προς το

πώς πρέπει να µιλάνε µέσα στην τάξη οι εκπαιδευτικοί και οι µαθήτριες/µαθητές»

(Τσιπλάκου 2012), ενώ η ίδια σε άλλο δηµοσίευµα γράφει ότι το νέο αναλυτικό «δεν

λαµβάνει θέση ως προς την απόδοση επισήµου status στη κοινή ελληνική ή την

κυπριακή ελληνική». (Hadjioannou–Tsiplakou–Kappler 2011, 532)

16

. Η διαφορά µε

την προγενέστερη πρακτική είναι οφθαλµοφανής: ενώ όλα τα προηγούµενα

αναλυτικά της νέας ελληνικής στην Κύπρο απέδιδαν επίσηµη θέση στη νεοελληνική

κοινή στο εκπαιδευτικό µας σύστηµα και προέτρεπαν τους µαθητές και τους

εκπαιδευτικούς στο επίσηµο περιβάλλον της τάξης να χρησιµοποιούν αυτή τη µορφή,

το νέο αναλυτικό εξισώνει κοινή και διάλεκτο αποφεύγοντας να δώσει επίσηµο status

στη µια ή στην άλλη και µη ρυθµίζοντας την κατάσταση υπέρ της κοινής. Αυτό είναι

πολύ σοβαρό. Εδώ δεν πρόκειται για τη συνήθως εφαρµοζόµενη πρακτική να

αξιοποιούν οι εκπαιδευτικοί το διαλεκτικό υλικό που χαρακτηρίζει τις εκφραστικές

συνήθειες πολλών µαθητών κυρίως στην πρώτη τάξη της Δηµοτικής Εκπαίδευσης,

ώστε να τους µεταφέρουν πιο οµαλά στις δοµές, τις συντάξεις κτλ της νεοελληνικής

κοινής. Εδώ πρόκειται για αποχαρακτηρισµό της κοινής ως επίσηµης µορφής της

γλώσσας µε ό,τι αυτό συνεπάγεται: µε πολιτικές, εθνικές, ιδεολογικές παραµέτρους

αλλά και µε κοινωνικές συνέπειες, δεδοµένου ότι πολλοί Έλληνες εξ Ελλάδος που

δεν κατέχουν καθόλου τη διάλεκτο φοιτούν ήδη στα δηµόσια σχολεία της Κύπρου.

17

Στο νέο αναλυτικό υπάρχει ακόµη µία διάσταση εξίσου σηµαντική και που σχετίζεται

µε τον αναβαθµισµένο ρόλο της κυπριακής διαλέκτου. Συγκεκριµένα, η νέα

γλωσσική πολιτική που έχει εισαχθεί από την Τσιπλάκου βασίζεται στη φιλοσοφία

του «κριτικού εγγραµµατισµού» (critical literacy). Η φιλοσοφία αυτή, επειδή έχει

στενότατη σχέση µε το ιδεολογικό υπόβαθρο της αναβάθµισης της κυπριακής εις

βάρος της κοινής, θα σχολιαστεί στην επόµενη ενότητα (5) της παρούσας εργασίας.

Πάντως µε τη θέση της κυπριακής διαλέκτου στην κυπριακή εκπαίδευση

ασχολούνται και άλλοι γλωσσολόγοι, όπως λ.χ. η Έλενα Ιωαννίδου, η οποία, επί

παραδείγµατι, θεωρεί ότι η γλωσσική µας πολιτική εδώ στην Κύπρο είναι µονολιθική

και µονοµερώς προσηλωµένη στη νεοελληνική κοινή. Γράφει τα εξής

χαρακτηριστικά (2009, 264):

‘Over the years the teaching of Standard Modern Greek has been maintained

as an indisputable and nonchallenged policy. The Greek Cypriot Dialect

15 Το Νέο Αναλυτικό Πρόγραµµα του 2010 για τη νέα ελληνική γλώσσα µπορεί κανείς να το διαβάσει

και ηλεκτρονικά: http://www.moec.gov.cy/analytika_programmata/nea-analytikaprogrammata/nea_elliniki_glossa.pdf

16 Είναι αληθές ότι το ίδιο το κείµενο του νέου αναλυτικού της γλώσσας δεν περιλαµβάνει τόσο

έντονες και απροκάλυπτες θέσεις, ίσως διότι η επίσηµη γλώσσα της Κυπριακής Δηµοκρατίας, εκτός

από την τουρκική, είναι η ελληνική και ως τέτοια εννοείται η επίσηµή της ποικιλία που δεν είναι άλλη

από τη νεοελληνική κοινή. Όµως δεν παύει να έχει τεράστια σηµασία πώς εκείνος που συνέταξε το

αναλυτικό σκέπτεται σχετικά µε ορισµένα κρίσιµα ζητήµατα. Το παράθεµα στο αγγλικό πρωτότυπο

έχει ως εξής: ‘does not take any position with respect to assigning official language status to either

S[tandard] G[reek] or C[ypriot] G[reek]’.

17 Ήδη αρκετοί γονείς εξ Ελλάδος άρχισαν να παραπονούνται ότι τα παιδιά τους δεν διδάσκονται µε

συνέπεια την επίσηµη ποικιλία του κράτους και ότι αυτό είναι αντισυνταγµατικό. Επίσης το ότι το νέο

αναλυτικό δεν ρυθµίζει τη γλωσσική κατάσταση προς οιανδήποτε κατεύθυνση δηµιουργεί ασάφεια

διδακτικών στόχων και εισάγει αντιεπιστηµονικά και αντιπαιδαγωγικά στοιχεία στη διδασκαλία του

γλωσσικού µαθήµατος. 9

suffered by these policies since it was banned from formal education, both as a

medium of communication and as a subject for study’. (υπογράµµιση δική

µου)

Θα πρέπει κατά την ίδια, πέρα από την κοινή, στο κρατικό εκπαιδευτικό σύστηµα να

αναγνωριστεί επίσηµα και η χρήση της κυπριακής διαλέκτου, να προαχθεί και να

καλλιεργηθεί (2009, 276).

(ε) Η παρουσία της κυπριακής διαλέκτου έχει αποκτήσει πρόσφατα ιδιαίτερη

βαρύτητα και στη διδασκαλία της ελληνικής στους ξενόγλωσσους που ζουν στην

Κύπρο. Ενώ µέχρι τώρα οι ξενόγλωσσοι διδάσκονταν τη νεοελληνική κοινή, πράγµα

που τους επέτρεπε να δρουν µε άνεση και εκτός Κύπρου και σε όλους τους

γλωσσικούς τοµείς, πρόσφατα ορισµένοι γλωσσολόγοι διαδίδουν την ιδέα ότι η

διδασκαλία πρέπει να στηρίζεται στην κυπριακή διάλεκτο µε το επιχείρηµα ότι αυτή

η µορφή είναι αναγκαία για την καθηµερινή ζωή τους στην Κύπρο.

18

Το έργο που περιεγράφη ανωτέρω υπό τις ενότητες 4.α΄-4.ε΄ µπορεί να

θεωρηθεί ως προς την ουσία του γλωσσικός σχεδιασµός (language planning), αλλά

όχι και ως προς τον τύπο του.

19 Γλωσσικός σχεδιασµός είναι τα πρακτικά µέτρα µέσω

των οποίων οι γλωσσολόγοι εφαρµόζουν µια ορισµένη γλωσσική φιλοσοφία και

πολιτική. Και εδώ η γλωσσική φιλοσοφία αφορά την προώθηση της διαλέκτου εις

βάρος της κοινής. Ο γλωσσικός σχεδιασµός είναι δραστηριότητα συνειδητή και

συγκεκριµένη.

Από την άλλη όµως, θεωρούµε ότι ο σχεδιασµός αυτός είναι άτυπος, διότι

στερείται δύο χαρακτηριστικών που είναι παρόντα στον κανονικό γλωσσικό

σχεδιασµό. Υπό κανονικές συνθήκες ο γλωσσικός σχεδιασµός είναι δεδηλωµένος και

προϋποθέτει πολιτική απόφαση. Στην περίπτωσή µας είναι συγκεκαλυµµένος, ίσως

επειδή οι κοινωνικές αντιδράσεις θα ήταν τεράστιες, αν δηλωνόταν ρητά (βλ.

παρακάτω). Επίσης δεν υπήρξε τέτοια πολιτική απόφαση, αν εξαιρέσει κανείς την

έγκριση από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισµού ενός αναλυτικού προγράµµατος

για την ελληνική γλώσσα, το οποίο, όπως προελέχθη, «δεν λαµβάνει θέση ως προς

την απόδοση επισήµου status στη κοινή ελληνική ή την κυπριακή ελληνική»

(Hadjioannou–Tsiplakou–Kappler 2011, 532).

Ποία χρησιµότητα µπορεί λοιπόν να έχει ένας άτυπος γλωσσικός σχεδιασµός;

Κατά τη γνώµη µου, µεγάλη: σε περίπτωση που υπάρξει πλήρης και ολοκληρωµένη

πολιτική απόφαση, καλό είναι να υπάρχει το υλικό διαθέσιµο και έτοιµο προς χρήσιν.

(στ) Η κοινωνία είναι κρίσιµος παράγοντας. Χωρίς τη δική της συγκατάθεση

καµία προτυποποίηση της κυπριακής δεν είναι δυνατόν να επέλθει.

20 Προκειµένου να

ενισχυθούν οι θετικές στάσεις της κοινωνίας απέναντι στη διάλεκτο, κτίζεται σιγά-

σιγά η αντίληψη ότι η διάλεκτος είναι «θύµα» της ηγεµονικής κυριαρχίας της

νεοελληνικής κοινής: η νεοελληνική κοινή καταδυναστεύει την κυπριακή διάλεκτο ή

την απειλεί πολιτισµικά (Παύλου 2010, 193). Η ίδια αντίληψη διαδίδεται και στους

µαθητές, καθώς στην εκπαίδευση η σχέση διαλέκτου και κοινής αντιµετωπίζεται υπό

18 Το επιχείρηµα βέβαια αυτό δεν ευσταθεί, διότι, όπως ελέχθη ανωτέρω, οι οµιλητές στην Κύπρο είναι

γλωσσικά δισυπόστατοι και εποµένως χειρίζονται πέρα από τη διάλεκτο και την κοινή.

19 Για τον «γλωσσικό σχεδιασµό» και τη «γλωσσική πολιτική» βλ. Καρυολαίµου 2001, 391-2.

20 Λ.χ. η Janet Holmes (2013, 107) θεωρεί ότι υπάρχουν τέσσερα βήµατα που πρέπει να

πραγµατοποιηθούν, προκειµένου να αναχθεί µια διάλεκτος σε γλώσσα: selection, codification,

elaboration καιsecuring its acceptance (δηλ. της ποικιλίας, χονδρικά της διαλέκτου). Το τέταρτο βήµα

περιγράφεται ως εξής από τη συγγραφέα: ‘the status of the new variety is important, and so people’s

attitudes to the variety being developed must be considered. Steps may be needed to enhance its

prestige, for instance, and to encourage people to develop pride in the language, or loyalty towards it.

This is known as status planning or prestige planning’.10

το πρίσµα του κριτικού εγγραµµατισµού,

21

µιας παιδαγωγικής φιλοσοφίας

µαρξιστικής καταβολής που προσπαθεί να αποδοµήσει ιδεολογίες, ισχύουσες

κατονοµές εξουσίας σε όλα τα πεδία, να αµφισβητήσει ιεραρχικές κατατάξεις

γλωσσικών µορφών (λ.χ. κοινής και διαλέκτου) και να ανατρέψει αξιολογικές

διαβαθµίσεις λογοτεχνικών κειµένων (λ.χ. Οµήρου και ενός κειµένου γραµµένου σε

Greekglish στο διαδίκτυο). Επίσης, καταβάλλεται προσπάθεια να εξασφαλίσουν στη

διάλεκτο µεγαλύτερη πρόσβαση στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Το εύρος λ.χ. της

νεωστί αποκτηθείσης παρουσίας της διαλέκτου στην τηλεόραση το παρουσιάζει µε

τον ακόλουθο τρόπο ο Νέαρχος Γεωργιάδης (2012):

«Το κρατικό τηλεοπτικό κανάλι αναβάθµισε την κυπριακή διάλεκτο µε

σήριαλ τύπου “βράκας και ποδίνας”, τα οποία επεκτείνονται σε εκατοντάδες

συνέχειες, απορροφώντας όχι µόνο τα πολύτιµα κονδύλια του ΡΙΚ αλλά και

τους καλύτερους ηθοποιούς που διαθέτει η Κύπρος, υποβαθµίζοντας και

αχρηστεύοντάς τους σε µεγάλο βαθµό. Και µάλιστα όλα αυτά τα κυπριακά

θεατρογραφήµατα επαναλαµβάνονται επ’ άπειρον, σαν να πρόκειται για

αριστουργήµατα! Παροµοίως έχουµε και τηλεοπτικούς διαγωνισµούς

κυπριακής διαλέκτου µε πρόχειρες αποσπασµατικές µεταδόσεις τραγουδιών

και χωρίς επιστηµονικό υπόβαθρο».

Η παρουσία της κυπριακής είναι εντονότερη παρά ποτέ και σε διαδικτυακούς χώρους

κοινωνικής δικτύωσης, λ.χ. στα ιστολόγια και στο Facebook. Σε τέτοιους χώρους

παρουσιάζονται ολόκληρα κείµενα γραµµένα στην κυπριακή. Μάλιστα σε πολλές

περιπτώσεις γλωσσολόγοι υποστηρίζουν το φαινόµενο µε θεωρητικά επιχειρήµατα

αλλά και µε τις προσωπικές τους συγγραφικές πρακτικές. Τέλος, επιχειρείται να

δοθούν στην κοινωνία περισσότερα παραδείγµατα γραπτού λόγου στην κυπριακή και

κατά προτίµηση σε είδη κειµένων που η κοινωνία έχει συνδεδεµένα αποκλειστικά µε

την κοινή. Στόχος είναι να καταρριφθεί η εντύπωση της ακαταλληλότητας της

κυπριακής να λειτουργήσει ως εργαλείο επιστηµονικού και γενικά επίσηµου και

απαιτητικού γραπτού λόγου (βλ. το κείµενο του Τσολακίδη στη City Free Press που

παρουσιάσαµε ανωτέρω).

5. Το ιδεολογικό υπόβαθρο της ενίσχυσης της κυπριακής έναντι της κοινής –

κυπριωτισµός, το νεοκυπριακό εθνικιστικό ιδεολόγηµα

Στην αµέσως προηγούµενη ενότητα είδαµε την προσπάθεια των

γλωσσολόγων να εξοπλίσουν την κυπριακή διάλεκτο µε λεξικά και γραµµατικές, να

την τυποποιήσουν, να την εισαγάγουν στο εκπαιδευτικό σύστηµα και να

καλλιεργήσουν στην κοινωνία θετικότερες στάσεις απέναντί της. Μάλιστα είδαµε και

περιπτώσεις όπου γλωσσολόγοι µε προσωπικές τους συγγραφικές πρακτικές

προσπαθούν να διοχετεύσουν τη διάλεκτο σε τοµείς χρήσεως που ανήκουν

παραδοσιακά στην κοινή. Αυτή η εργασία σε συνάρτηση µε πολιτική απόφαση είναι

αναγκαία και ικανή προϋπόθεση αναδείξεως της κυπριακής σε επίσηµη ποικιλία.

Τώρα πρέπει να εξετάσουµε την ιδεολογική περιρρέουσα ατµόσφαιρα που

ευνοεί τις πιο πάνω προσπάθειες του άτυπου γλωσσικού σχεδιασµού και να

ελέγξουµε αν υπάρχει µια συνεκτική θεωρία που να εξηγεί όλες τις ανακατατάξεις

που έχουµε αναλύσει.

Κατ’ αρχάς είναι γνωστός ο γενικός ρόλος της γλώσσας στη διαµόρφωση και

φανέρωση ιδεολογίας και εθνικής ταυτότητας.

22 Παραθέτω τρία παραδείγµατα από

21 Ιωαννίδου (2012, 226): ‘Moreover, the issue of the dialect is for the first time officially addressed

under a specific theoretical framework (i.e. critical literacy)…’

22 Ενδεικτικά Haugen 1966, Fought 2006, Fishman―García 2010.11

γλωσσολόγους που µάχονται για την ενίσχυση της κυπριακής: η Τσιπλάκου (2012)

αναφέρει: «…οι διάφορες µορφές της γλώσσας κωδικοποιούν ιδεολογήµατα,

κοινωνικές σχέσεις και πολιτισµικές πρακτικές…». H Τερκουράφη (2010, 218)

σηµειώνει: «…διαδικασίες που αφορούν στον ρόλο της γλώσσας στη διαµόρφωση

εθνικής ταυτότητας…». Τέλος, σε σχέση µε την αναβάθµιση της διαλέκτου στο

εκπαιδευτικό σύστηµα στο αναλυτικό του 2010 η Τσιπλάκου καταγράφει κάποιες

ανησυχίες από εκπαιδευτικούς και έπειτα λέει το εξής χαρακτηριστικό: «Είναι ακόµη

πρόωρο να προβλέψουµε αν οι ανησυχίες για την εισαγωγή της κυπριακής ελληνικής

στο εκπαιδευτικό σύστηµα σχετίζονται συγκεκαλυµµένα µε θέµατα

κοινωνιογλωσσολογικού γοήτρου και/ή θέµατα σχηµατισµού εθνικής ταυτότητας»

23

(Hadjioannou–Tsiplakou–Kappler 2011, 533). Και εδώ δηλαδή φαίνεται η σύνδεση

γλώσσας µε θέµατα σχηµατισµού εθνικής ταυτότητας. Έχουν δίκαιο, διότι –όπως

προελέχθη– οι γλωσσικές επιλογές δεν είναι ουδέτερες, αλλά συναρτώνται µε

ιδεολογικά µορφώµατα και συνδέονται µε εθνικές αξίες.

Ειδικότερα τώρα στην ελληνική κοινότητα της Κύπρου η παραδοσιακή και

κυρίαρχη αντίληψη της εθνικής ταυτότητας µπορεί να συνοψιστεί στο «είµαστε

Κύπριοι και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο Έλληνες». Αυτή η αντίληψη τις δύο

γλωσσικές µορφές τις κωδικοποιεί ως εξής: η νεοελληνική κοινή είναι η µορφή που

µας συνδέει µε τους υπόλοιπους Έλληνες και µας επιτρέπει να αναγόµαστε στον

οικουµενικό χώρο του ελληνισµού. Η κυπριακή διάλεκτος από την άλλη

κωδικοποιείται ως εξειδίκευση της πανελλήνιας ταυτότητας στην ιδιαίτερη µας

πατρίδα, την Κύπρο. Οι Έλληνες της Κύπρου ασπαζόµενοι και το γενικότερο

ελληνικό και το ειδικότερο κυπριακό τµήµα της ταυτότητάς µας χρησιµοποιούµε και

τις δύο γλωσσικές µορφές και τις θεωρούµε και τις δύο δική µας πνευµατική

περιουσία. Τις απολαµβάνουµε και τις καλλιεργούµε και τις δύο ― την καθεµία στα

ιδιαίτερά της περιβάλλοντα. Προσπαθούµε να διατηρήσουµε και τις δύο, διότι και οι

δύο εκφράζουν όψεις του εαυτού µας. Ποτέ δεν θα δεχόµασταν λ.χ. ούτε καν να

συρρικνώσουµε τους τοµείς χρήσης της κοινής, πόσο µάλλον να την εκδιώξουµε

παντελώς. Συνεπώς την κυπριακή διάλεκτο τη χρησιµοποιούµε ως ένα ορισµένο

βαθµό, ποτέ δεν της επιτρέπουµε να υπερβεί να όριά της εις βάρος της κοινής, και

αυτό για καθαρά πολιτισµικούς, ιδεολογικούς λόγους. Να διαβάσουµε τί λέει επ’

αυτού η γλωσσολόγος Elisaveta Sivas(2003):

«Η θέση της κυπριακής είναι πολύ ισχυρή στην Κύπρο και η χρήση της

ξεπερνάει τα όρια των τοµέων χρήσεως µιας χαµηλής ποικιλίας. Η

γεωγραφική απόσταση και η πολιτική ανεξαρτησία σε σχέση µε την Ελλάδα

προσφέρουν όλες τις δυνατότητες να ισχυροποιηθεί η θέση της κυπριακής

διαλέκτου απέναντι στη νεοελληνική κοινή. Όµως κάτι τέτοιο δεν συµβαίνει

αφενός επειδή η σχέση που βιώνουν οι Κύπριοι µε την Ελλάδα, τη

νεοελληνική κοινή και τον ελληνικό πολιτισµό είναι πολύ ισχυρή και

αφετέρου επειδή από τη συγκεκριµένη σχέση προκύπτει η απροθυµία τους να

αναγνωρίσουν τις διαφορές ανάµεσα στη νεοελληνική κοινή και την κυπριακή

διάλεκτο».

Τώρα από τη θέση της Sivas συνάγεται εξ αντιθέτου ότι εκείνοι οι Κύπριοι

που δεν βιώνουν τη σχέση τους µε την Ελλάδα και τον ελληνικό πολισµό ως µια

ισχυρή δύναµη 1) επιθυµούν να ισχυροποιήσουν την κυπριακή διάλεκτο έναντι της

23 ‘It is too soon to predict whether the concerns about making C[ypriot] G[reek] visible in the

education system covertly relate to issues of sociolinguistic prestige and/or to issues of ethnic/national

identity formation’.12

νεοελληνικής κοινής και 2) διογκώνουν τις διαφορές µεταξύ κυπριακής διαλέκτου και

νεοελληνικής κοινής.

Με τη Sivas συµφωνεί και η Τερκουράφη η οποία συσχετίζει την

ανανεωµένη δυναµική υπέρ της κυπριακής διαλέκτου µε τον κυπριωτισµό µεταξύ

άλλων. Κυπριωτισµό η Τερκουράφη ονοµάζει αυτό που άλλοι ονοµάζουν

νεοκυπριακή ιδεολογία, δηλ. το ταυτοτικό αφήγηµα «είµαστε Κύπριοι και όχι

Έλληνες». Πρόκειται ουσιαστικά για την ανάπτυξη µιας νέας εθνικής συνείδησης,

µιας κυπροσωβινιστικής αντίληψης, η οποία δεν επηρεάζει µόνο την αντιµετώπιση

της γλώσσας αλλά και τη µελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας της Κύπρου.

24 Ιδού τί

γράφει η Τερκουράφη (2010, 223):

«Από πολιτικής απόψεως, τα γεγονότα του 1974 έδωσαν αφορµή για την

εµφάνιση της ιδεολογίας του κυπριωτισµού (Stamatakis 1991)… Αυτές οι

πολιτικές … εξελίξεις µεταφράζονται σε µια ανανεωµένη δυναµική υπέρ της

κυπριακής…»

Και η Αµαλία Αρβανίτη (2006, 34) θεωρεί τον κυπριωτισµό αποφασιστικό

παράγοντα στην ενίσχυση της κυπριακής έναντι της κοινής:

‘These new linguistic practices, coupled with the fact that Cypriots are

beginning to forge a distinct national identity25 may eventually lead to the end

of diglossia, though it seems unlikely that this will happen while Standard

Greek indexes ethnicity (as opposed to nationality) in Cyprus.’

H πιο ακραία µορφή ενίσχυσης της διαλέκτου έναντι της κοινής είναι

ασφαλώς η αναγωγή της πρώτης σε γλώσσα (επίσηµη γραφόµενη όσο και

οµιλούµενη κοινή) και ο πλήρης εκτοπισµός της δεύτερης από τον γλωσσικό χάρτη

της Κύπρου. Αυτό ακριβώς εννοεί η Αρβανίτη στο ανωτέρω κείµενο, όταν οµιλεί

περί τέλους της γλωσσικής διµορφίας στην Κύπρο (‘end of diglossia’): η γλωσσική

24 Βλ. την εµπεριστατωµένη βιβλιοκρισία από τον Π. Βουτουρή του έργου των Γ. Κεχαγιόγλου και Λ.

Παπαλεοντίου, Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας, Λευκωσία 2011, η οποία φέρει τον

χαρακτηριστικό τίτλο: Η ιδεολογική κατασκευή µιας νεοκυπριακής λογοτεχνίας (ανάτυπο από το

περιοδικό «Πλανόδιον», τόµ. ΙΒ΄, αρ. 51, Αθήνα).

25 Ίσως να είναι χρήσιµο να παρατεθούν στο σηµείο αυτό κάποια επιπλέον σχόλια για τον

κυπριωτισµό. Ο κυπριωτισµός είναι κατ’ ουσίαν µια εθνικιστική (nationalist) ιδεολογία, και

γνωρίζουµε ότι στην πολιτική επιστήµη ο εθνικισµός έχει σχέση µε τις έννοιες της εθνικής συνείδησης

και του κράτους. Ο εθνικισµός επιδιώκει δηµιουργία ανεξάρτητου κράτους που θα στεγάσει το έθνος

και δύσκολα συµβιβάζεται µε την ιδέα να υπάρχουν δύο διαφορετικά έθνη που να µοιράζονται την

πολιτική εξουσία στο πλαίσιο τηςίδιας κρατικής οντότητας. Η ιδεολογία αυτή τείνει στο να δηµιουργεί

µονοεθνικά κράτη. Η περίπτωση της Κύπρου όµως αποτελεί πρόκληση για τους εθνικιστικά

σκεπτόµενους, δεδοµένου ότι στο πλαίσιο ενός κράτους συστεγάζονται Έλληνες και Τούρκοι, δύο

διαφορετικές εθνικές οµάδες. Ο νεοκυπριακός ειδικά εθνικισµός στηρίζεται σε µια λογική εξοµοίωσης:

αυτές οι δύο οµάδες θα πρέπει να αποχρωµατιστούν εθνικά: η µεν να απαλείψει την ελληνικότητά της,

η δε να απαλείψει την τουρκικότητά της, και οι δύο να αναδείξουν την κυπριακότητά τους στα

διάφορα επίπεδα (διάλεκτο, λογοτεχνία, ιστορικές σπουδές κτλ). Έτσι θα συνενωθούν σε µια νέα

εθνότητα συµπαγή και αδιαίρετη. Μόνο τότε θα έχουµε την αναλογία 1 έθνος: 1 κράτος και εποµένως

την ικανοποίηση του ιδεολογικού προτάγµατος του εθνικισµού. Πρέπει όµως να σηµειώσουµε κάποιες

ιδιαιτερότητες του κυπριωτισµού: οι περισσότερες από τις άλλες εθνικιστικέςιδεολογίες αρχίζουν από

συγκροτηµένα ιστορικά έθνη και προσπαθούν να εξασφαλίσουν ανεξάρτητο κράτος για τα έθνη αυτά.

Αντίθετα, ο κυπριωτισµός αρχίζει από συγκροτηµένο ανεξάρτητο κράτος και προσπαθεί να

δηµιουργήσει ένα συγκροτηµένο έθνος που να αντιστοιχεί στο κράτος αυτό. Οι άλλες εθνικιστικές

ιδεολογίες βασίζονται σε υπαρκτούς συναισθηµατικούς δεσµούς και σε δεσµούς αλληλεγγύης ανάµεσα

στα µέλη µιας κοινότητας (βλ. Azar Gat ― Alexander Yakobson, Nations: The Long History and Deep

Roots of Political Ethnicity and Nationalism, Cambridge: CUP 2013). Αντίθετα οι δεσµοί αυτοί

µεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στην Κύπρο είναι για το 99% της νεότερης γενιάς (ατόµων κάτω των 40

ετών) εντελώς ανύπαρκτοι και κινούνται αποκλειστικά στη σφαίρα του επιθυµητού.13

κοινότητα της Κύπρου να καταστεί µονοµορφική, να χρησιµοποιεί µόνο την

κυπριακή (ως γλώσσα πλέον), για να επιτελεί όλες τις επικοινωνιακές της ανάγκες

στον προφορικό και γραπτό λόγο, να µη χρησιµοποιεί πουθενά και καθόλου τη

νεοελληνική κοινή. Μόνο τότε ο κυπριωτισµός θα µπορέσει να εκφραστεί πλήρως και

σε γλωσσικό επίπεδο. Δεδοµένου ότι οι Νεοκύπριοι αυτοπροσδιορίζονται ως

«Κύπριοι και όχι Έλληνες», λογικό είναι να µην αποδέχονται τη νεοελληνική κοινή,

αφού αυτή η µορφή ιδεολογικά κωδικοποιήθηκε ως ένα από τα εργαλεία που µας

καθιστούν τµήµα του ελληνικού έθνους.

Από τα πιο πάνω λοιπόν προκύπτει το εξής, ότι η µελέτη της κυπριακής

διαλέκτου και η προώθησή της εις βάρος της κοινής σχετίζεται µε τη νεοκυπριακή

ιδεολογία: είτε ελαύνεται από αυτή είτε την εξυπηρετεί. Υπάρχει µάλιστα και η

δυνατότητα να επαληθευθεί αυτή η σύνδεση. Η Έλενα Ιωαννίδου µας παρέχει τη

σχετική επιβεβαίωση. Είδαµε ότι το νέο αναλυτικό ενισχύει την κυπριακή διάλεκτο

στη διδακτική πράξη και επιπλέον στηρίζεται στη φιλοσοφία του κριτικού

εγγραµµατισµού. Ιδού λοιπόν τί γράφει επί της δευτέρας αυτής βασικής παραµέτρου

του αναλυτικού η Ιωαννίδου: «Η ευρύτερη φιλοσοφία του κριτικού εγγραµµατισµού

είναι νέο στοιχείο στη γλωσσική εκπαίδευση της Κύπρου, καθώς υπαγορεύει την

αµφισβήτηση και την αποδόµηση κειµένων και παραδοσιακών αξιών,

συµπεριλαµβανοµένων και θεµελιωδών αξιών, όπως είναι η ελληνικότητα, η εθνική

ταυτότητα και η θρησκεία» (2012, 226).26 Δηλαδή µέσω του κριτικού

εγγραµµατισµού εισχωρεί στο γλωσσικό µάθηµα η νεοκυπριακή εθνικιστική

αντίληψη, η οποία πέρα από την προσπάθεια ενίσχυσης της κυπριακής διαλέκτου

εκδηλώνεται και µε την προσπάθεια αµφισβήτησης της ελληνικότητας των Κυπρίων

και περιορισµού της χρήσης της νεοελληνικής κοινής στην Κύπρο.

Όσοι λοιπόν δεν ασπάζονται την ιδεολογία αυτή, όσοι αντιθέτως πρεσβεύουν

την εθνική και πολιτισµική ενότητα Ελλήνων της Κύπρου και Ελλήνων της Ελλάδος

δεν έχουν κανένα λόγο να στηρίζουν τέτοιες προσπάθειες και να εκδηλώνουν

µονοµερή προσκόλληση προς τη διάλεκτο παραµελώντας το άλλο τµήµα της

γλωσσικής περιουσίας των Κυπρίων, τη νεοελληνική κοινή. Επίσης δεν έχουν κανένα

λόγο να στηρίζουν εκπαιδευτικές φιλοσοφίες που προσπαθούν να αποδοµήσουν την

έννοια της «ελληνικότητας».

6. Oι πρακτικές συνέπειες από την αναδιάταξη, αποµόνωση και πλήγµα στην ίδια τη

διάλεκτό µας.

Πέρα όµως από τις ιδεολογικές αυτές διαστάσεις, η επέκταση της διαλέκτου

εις βάρος της κοινής µπορεί να έχει και άλλες διαστάσεις πιο πρακτικές; Πόσο

βιώσιµη θα είναι µια «κυπριακή γλώσσα»; Κατά τη γνώµη µου η δηµιουργία µιας

«κυπριακής γλώσσας» είναι µια επαρχιώτικη αφέλεια: η εποχή µας είναι οικουµενική

και εξωστρεφής, και το να δηµιουργήσουµε µια αµελητέα κοινότητα των

πεντακοσίων χιλιάδων οµιλητών «κυπριακής γλώσσας», αποκοµµένης από την

ελληνική γλώσσα, είναι ενέργεια κοινωνικής αυτοαποµόνωσης. Εκεί που τώρα

κινούµαστε στον οικουµενισµό της ελληνικής µας γλώσσας µε κάπου είκοσι

εκατοµµύρια οµιλητών σε όλα τα µήκη και πλάτη της γης και µε την τεράστια

ιστορική παράδοση, αίφνης θα περιχαρακωθούµε σε ένα γλωσσικό χώρο ασφυκτικά

στενό από γεωγραφικής απόψεως και χωρίς πανανθρώπινη πολιτιστική εµβέλεια:

χωρίς Όµηρο, χωρίς Σοφοκλή, χωρίς Θουκυδίδη, χωρίς τον Ευαγγελικό και

26 Το πρωτότυπο κείµενο έχει ως ακολούθως: “The wider philosophy of critical literacy is new to

language education in Cyprus, since it dictates a questioning and deconstructing of texts and traditional

values, including core values such as ‘Greekness’, ‘national identity’, and ‘religion’”.14

Αποστολικό λόγο, χωρίς Ρωµανό Μελωδό, χωρίς Ελύτη, διότι ασφαλώς όλοι αυτοί

και εκατοντάδες άλλων δεν έγραψαν στην κυπριακή και εποµένως θα αναγνωρίζονται

ως µεγέθη µια άλλης, ξένης πλέον για µας, γλώσσας, της ελληνικής! Το εγχείρηµα

αυτό ούτε καν τις επιδιώξεις των ίδιων των Νεοκυπρίων θα εξυπηρετήσει, διότι η

κυπριακή «γλώσσα» µε ένα τόσο µικρό αριθµό φυσικών οµιλητών θα είναι εύκολη

βορά στην επεκτατική προέλαση της αγγλικής γλώσσας.

Αγαπητοί φίλοι, θα κατακλείσω διατυπώνοντας µια εισήγηση. Η γλώσσα είναι

φορέας ιδεολογίας και ταυτότητας και ως εκ τούτου οι γλωσσολόγοι που

ασχολούνται µε άτυπο γλωσσικό σχεδιασµό (και δεν είναι λίγοι και όσο περνάει ο

καιρός αυξάνονται, καθώς οι νεότεροι σπουδαστές της γλωσσολογίας παρακινούνται

από τους καθηγητές τους προς αυτή την ερευνητική κατεύθυνση) κατ’ ανάγκην

τοποθετούνται απέναντι σε ορισµένα ιδεολογικά µορφώµατα και ορισµένες

αντιλήψεις περί εθνικής ταυτότητας. Ο άτυπος γλωσσικός σχεδιασµός που

παρουσιάστηκε ανωτέρω συνδέεται µε την ιδεολογία του κυπριωτισµού. Ο

κυπριωτισµός όµως είναι ένα περιορισµένης απήχησης ρεύµα στην κυπριακή

κοινωνία. Το µεγαλύτερο µέρος της κοινωνίας µας, όπως ο υπόλοιπος ελληνισµός,

θεωρεί τη νεοελληνική κοινή ως την επίσηµη µορφή της γλώσσας του και την

κυπριακή διάλεκτο ως το καθηµερινό του εκφραστικό όργανο. Εποµένως, δεν

χρειαζόµαστε στην Κύπρο οποιανδήποτε άλλη επίσηµη µορφή γλώσσας και αυτό

πρέπει να το αντιληφθούµε όλοι. Ενέργειες λοιπόν γλωσσικού σχεδιασµού είναι

παντελώς αχρείαστες και απορροφούν φαιά ουσία και πολύτιµο χρόνο που θα

µπορούσαν να διοχετευθούν σε άλλους, πραγµατικά χρήσιµους, τοµείς. Εκείνο που

χρειάζονται οι περισσότεροί µας, και ιδίως οι µαθητές και οι φοιτητές µας, είναι

βοήθεια στο να µάθουµε πιο καλά την κοινή – εδώ ακριβώς υστερούµε και όχι στη

διάλεκτο. Ιδού λοιπόν χρυσή ευκαιρία για τους γλωσσολόγους που επιθυµούν να

προσφέρουν µια πραγµατικά ωφέλιµη υπηρεσία στον κυπριακό ελληνισµό και στον

τόπο µας.

ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Arvaniti A. 2006. ‘Erasure as a means of maintaining diglossia in Cyprus’, San Diego

Linguistic Papers 2, 25-38.

Βοσκός Α. – Γούτσος Δ. – Μόζερ Α. (επιµ.) 2010. Η ελληνική γλώσσα στηνΚύπρο

από την αρχαιότητα ως σήµερα, Αθήνα.

Βουτουρής Π. 2011. Η ιδεολογική κατασκευή µιας νεοκυπριακής λογοτεχνίας, ανάτυπο

από το περιοδικό «Πλανόδιον», τόµ. ΙΒ΄, αρ. 51, Αθήνα.

Γεωργιάδης Ν. 2012. «Ελλάδα-Κλυταιµνήστρα | Κύπρος-Ηλέκτρα», εφηµ. Πολίτης,

14 Οκτωβρίου.

Calvet L.-J. 1998. Language Wars and Linguistics Politics, translated by M.

Petheram, Oxford: Oxford University Press.

FergusonC. Α., ‘Diglossia’, Word 15 (1959) 325-40.

Fishman J.A.―García O. 2010. Handbook of Language & Ethnic Identity, τόµ. Ι-ΙΙ,

Oxford: Oxford University Press.

Fought C. 2006. Language and Ethnicity: Key Topics in Sociolinguistics, Cambridge:

Cambridge University Press.

Hadjioannou X., Tsiplakou S. and with a contribution by Kappler M. 2011.

‘Language policy and language planning in Cyprus’,Current Issues in Language

Planning 12.4, 503-569.

Haugen E. 1966. ‘Dialect, Language, Nation’, American Anthropologist n.s. 68.4,

922-35.

Holmes J. 2013. An Introduction to Sociolinguistics, 4th ed., Pearson.15

Ioannidou E. 2009. ‘Using the ‘improper’ language in the classroom: the conflict

between language use and legitimate varieties in education. Evidence from a Greek

Cypriot classroom’, Language and Education 23.3, 263–278.

__________ 2012. ‘Language policy in Greek Cypriot education: tensions between

national and pedagogical values’, Language, Culture and Curriculum, 25.3, 215-

230.

Καρυολαίµου Μ. 2011. «Γλωσσικός σχεδιασµός και γλωσσική πολιτική: η

περίπτωση της Κύπρου», Πρακτικά 4ου διεθνούς συνεδρίου ελληνικής γλωσσολογίας

(Λευκωσία, Σεπτέµβριος 1999), Θεσσαλονίκη, 391-8.

Κατσογιάννου Μ. 2010. «Τα λεξικά της κυπριακής: Ιστορία και τυπολογία» στο

Βοσκός – Γούτσος – Μόζερ (επιµ.), 174-191.

Katsoyannou M. – Armosti S. –Christodoulou K. 2011. ‘Writing in Cypriot Greek:

the need for standardisation and its importance for dialectal lexicography’,

ανακοίνωση που παρουσιάστηκε στο συνέδριο Methods in Dialectology 14,

University of Western Ontario, 2-6 Αυγούστου 2011.

Kloss H. 1967. ‘Abstand language and Ausbau languages’, Anthropological

Linguistics 9, 29-41.

Παύλου Π. 2010. «Οι λεξικογραφικές ανάγκες µιας δι-διαλεκτικής κοινότητας και η

αντιµετώπισή τους» στοΒοσκός – Γούτσος – Μόζερ (επιµ.), 192-210.

Pavlou P. –Coutsougera Ph. – Tsiplakou S. A descriptive Grammar of Cypriot Greek.

München: Lincom Europa (σε εξέλιξη).

Sivas E. 2003. «Γλωσσικέςιδεολογίες και κοινωνιογλωσσολογική κατάσταση στη

σηµερινή κοινότητα της Κύπρου», 6

ο

διεθνές συνέδριο ελληνικής γλωσσολογίας,

Πανεπιστήµιο Κρήτης, 18-21 Σεπτεµβρίου 2003, Ρέθυµνο.

http://www.philology.uoc.gr/conferences/6thICGL/ebook/g/sivas.pdf

Stamatakis N. 1991. ‘History and nationalism: The cultural reconstruction of the

Modern Greek Cypriot Identity’, The Cyprus Review 3, 59-86.

Τερκουράφη Μ. 2010. «Δοµικοί και ιδεολογικοί παράγοντες στην κατασκευή της

διαφορετικότητας της κυπριακής» στοΒοσκός – Γούτσος – Μόζερ (επιµ.), 213-

227.

Τσιπλάκου Σ. 2012. «Μιλάτε τζαι κυπριακά», εφηµερίδα Σηµερινή, 15.1.2012.

συνέντευξη στον Κ. Πενηνταέξ. Ηλεκτρονική έκδοση:

http://www.sigmalive.com/simerini/news/social/455436

Τσολακίδης Σ. ― Λοϊζίδου-Ιερίδου Ν. 2012. «Οµιλείτε ελληνικά;», εφηµερίδα City

Free Press, 15.2.2012, σελ. 12-4. Ηλεκτρονική έκδοση:

http://giorgosxenis.blogspot.com/

Βίντεο

Μόνιμα