Antistasi

Οι προδοσίες του ΑΚΕΛ στην Άχνα. Αποσπάσματα-μαρτυρίες από το βιβλίο του Συναγωνιστή-επίτιμου μέλους του Κινήματος κ. Χρήστου Μιτσίδη για τη στάση στελεχών του ΑΚΕΛ κατά τον Αγώνα της ΕΟΚΑ.Οι αφηγήσεις συγκλονίζουν τον αναγνώστη και αποκαλύπτουν το βάθος και την έκταση του ανθελληνικού πάθους του ΑΚΕΛικού όχλου.

Ο λαός μας θα πρέπει να γνωρίζει την Ιστορία. Ο Αγώνας μας είναι αγώνας ενάντια στη λήθη!

Αφήγηση του συγγραφέα

Μετά τη διαφωνία και την αποχώρηση του ΑΚΕΛ από την παγκοινοτική συγκέντρωση οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ με πρόσχημα ότι επαγρυπνούν και αυτοί για τους Τούρκους, οργάνωσαν τρία φυλάκια στο κέντρο του χωριού (επισυνάπτεται σχετικό σχεδιάγραμμα), με απώτερο στόχο να παρακολουθούν τις αποστολές των αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Εκτός των φυλακίων κινούνταν και με αυτοκίνητα στα οποία τοποθετούσαν και προβολείς.

Από τις πρώτες νύχτες, μέλη της οργανώσεως κατάγγειλαν ότι ενώ πήγαιναν να εκτελέσουν αποστολές της ΕΟΚΑ, καταδιώχθηκαν από εποχούμενους ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ οι οποίοι όταν οι αγωνιστές ρώτησαν γιατί παρακολουθούνται και καταδιώκονται , τους απάντησαν ότι τους εξέλαβαν ως Τούρκους, και γι΄ αυτό τους κατεδίωξαν.

Σε άλλες δύο περιπτώσεις ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ που ήταν σε φυλάκιά τους, επαγρυπνώντας δήθεν για τους Τούρκους, καταδίωξαν και συνέλαβαν νεαρούς μέλη της Αλκίμου Νεολαίας της ΕΟΚΑ (ΑΝΕ) οι οποίοι εκτελούσαν συγκεκριμένες αποστολές, υπό το πρόσχημα ότι δήθεν οι νεαροί τους παρακολουθούσαν.

Επίσης αποθρασυνθέντες τελείως, άρχισαν να επιτίθενται και εναντίον προσωπιδοφόρων αγωνιστών που ανακοίνωναν με τηλεβόα προς το λαό διαταγές της οργανώσεως, με επακόλουθα να γίνονται και συμπλοκές μεταξύ των ΑΚΕΛΙΣΤΩΝ και των μελών της οργανώσεως προσωπιφοδόρων ή και χωρίς προσωπίδες. Τόσον ήταν το θράσος τους που σε μιαν περίπτωση συγκρούστηκαν έξω από έναν από τα δήθεν φυλάκιά τους με τους αγωνιστές Φειδία Μιτσίδη, Μιχάλη Μαρίνο και Γιασουμή Χ΄ Θεοδοσίου που πήγαιναν σε κάποιο φιλικό τους σπίτι για διασκέδαση, διότι ο φίλος τους έσφαξε το γουρούνι του, έτσι συνηθιζόταν τότε.

Τους εξήγησαν οι αγωνιστές πού πάνε, και αν δεν πιστεύουν τους είπαν να πάνε μαζί τους για να το διαπιστώσουν. Αυτοί δεν άκουγαν όμως και επέμεναν ότι οι τρεις αγωνιστές πήγαν για να τους παρακολουθήσουν, και ήθελαν να τους μεταφέρουν στην εκκλησία του χωριού, να κτυπήσουν τις καμπάνες για να μαζευτούν οι κάτοικοι για να τους πουν ότι οι τρεις αγωνιστές τους παρακολουθούσαν.

Ένα παρόμοιο επεισόδιο δημιούργησαν οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ και τον Απρίλιο του 1957, με δυο νεαρούς που έριχναν φυλλάδια της ΕΟΚΑ.

Προ του σοβαρού κινδύνου να εξευτελιστούν οι ίδιοι αλλά και η οργάνωση, οι τρεις αγωνιστές αντέδρασαν έντονα, ήλθαν στα χέρια με τους πολυάριθμους ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ, έπεσε άγριο ξύλο και κατόρθωσαν να ξεφύγουν τελικά, αφού είχαν τραυματιστεί και οι τρεις.

Αυτές τις αποστολές εκτελούσαν οι οργανωθείσες ομάδες των ΑΚΕΛΙΣΤΩΝ που δήθεν επαγρυπνούσαν για τους Τούρκους, με επακόλουθο την νύχτα της 29.6.1958 ενώ ομάδα προσωπιδοφόρων ενόπλων αγωνιστών μετέβαινε για να εκτελέσει κάποια αποστολή, έτυχε να περάσει από την περιοχή που ήταν ένα τέτοιο φυλάκιο.

Συγκεκριμένα η ομάδα των αγωνιστών ενώ περνούσε μπροστά από το σπίτι του Φρίξου του γαμπρού του Ανδρέα Ποδηλατά, οι επαγρυπνούντες στη στέγη του σπιτιού πατριώτες του ΑΚΕΛ, άρχισαν να φωνάζουν και ένας με ναυτικό όστρακο άρχισε να στέλλει συγκεκριμένο σύνθημα και να καλεί σε συναγερμό τις δυνάμεις τους.

Αυτό αποδείχθηκε διότι όπως είπαν πολλοί χωριανοί, ομάδες των ΑΚΕΛΙΣΤΩΝ ως και παρασυρθέντων αριστερών, μετά το συνθηματικό από το φυλάκιό τους, οργανώνονταν και έτρεχαν προς το φυλάκιό τους.

Η ομάδα των αγωνιστών ως ήταν φυσικό αντέδρασε και κάλεσε τους ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ να σταματήσουν να φωνάζουν, διότι υπήρχε κίνδυνος να προσελκύσουν Άγγλους που πιθανό να βρίσκονταν στο χωριό. Οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ δεν υπάκουσαν αλλά συνέχισαν με μεγαλύτερη μανία να προκαλούν, με επακόλουθο οι αγωνιστές μη έχοντας άλλη εκλογή υποχρεώθηκαν να του διέλυσαν βίαια, και αυτούς του φυλακίου, αλλά και όσους άλλους πήγαν στην περιοχή οργανωμένα.

Μετά τη διάλυση των ΑΚΕΛΙΣΤΩΝ η ομάδα των αγωνιστών συνέχισε τον δρόμο της, και ενώ εξερχόταν από το χωριό από την βορειοδυτική παρυφή έπεσε πάνω σε πολυάριθμη δύναμη ΑΚΕΛΙΣΤΩΝ, που κινούντο με φορτηγό αυτοκίνητο με σβηστά τα φώτα. Μόλις είδαν τους αγωνιστές που κινούντο με το αυτοκίνητο σταμάτησαν, και από την κάσια του φορτηγού άρχισαν να κατεβαίνουν καμιά σαρανταριά άνδρες εξοπλισμένοι με ρόπαλα, μαχαίρια, κούνιες και άλλα γεωργικά εργαλεία. Ο οδηγός του φορτηγού ήταν ο Ανδρέας Φασούλλης ο οποίος ως ελέχθη μετά το επεισόδιο που επακολούθησε ήταν και ο αρχηγός της δυνάμεως που προανάφερα.

Ο Ανδρέας Φασούλλης ήταν πράγματι ένας σωματώδης και πολύ δυνατός άνδρας ο οποίος κατέβηκε από το φορτηγό φωνάζοντας προς τους προσωπιδοφόρους αγωνιστές, και ταυτοχρόνως επετέθη για να βγάλει τις μάσκες, και να γνωρίσει τα «πελλοκοπελλούδκια». Έτσι φώναζε τους αγωνιστές με επακόλουθο να πυροβοληθεί από τους αγωνιστές, αφού αρνήθηκε να σταματήσει παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του επικεφαλής της ομάδας των αγωνιστών. Ο λόγος που πυροβολήθηκε ήταν διότι νόμιζε ότι επειδή ήταν παλικάρι σωματικά μπορούσε να τον φοβηθούν τα «πελλοκοπελλούδκια» και είτε να το βάλουν στα πόδια, είτε να καταφέρει να βγάλει προσωπίδες. Ευτυχώς γι΄ αυτόν που τραυματίστηκε μόνο και δεν πέθανε, διότι σήμερα θα είχαμε ακόμη έναν στο μακρύ κατάλογο κατά τους ισχυρισμούς του ΑΚΕΛ, των εκτελεσθέντων από την ΕΟΚΑ, γιατί απλά ήταν αριστερά!

Μετά το επεισόδιο αυτό οι αγωνιστές συνέχισαν το δρόμο τους, και οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ αφού τέθηκαν σε συναγερμό άρχισαν να συγκεντρώνονται στο κέντρο του χωριού που ήταν τα καφενεία, τα οποία έκλεισαν, διότι ειδοποιηθέντες οι Άγγλοι, δεν γνωρίζομε μέχρι σήμερα από ποιον, έστειλαν ένα λόχο στρατιωτών με πέντε τεθωρακισμένα. Όλοι οι εθνικόφρονες κάτοικοι μόλις ήρθαν οι Άγγλοι, έφυγαν τρέχοντας για τα σπίτια τους, διότι την εποχή εκείνη η οργάνωση έκανε συνεχή σαμποτάζ στο σύστημα υδρεύσεως της βάσεως Δεκέλειας και οι Άγγλοι κατάλαβαν ότι ήταν οι Αχνιώτες αγωνιστές που τους κτυπούσαν, και πολλές νύχτες έρχονταν στο χωρίο μας, έμπαιναν μέσα στα εθνικόφρονα σωματεία και όποιον έβρισκαν τον κτυπούσαν.

Έτσι, λοιπόν, οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ μετά τον ερχομό του Αγγλικού στρατού, άρχισαν να συγκεντρώνονται, και οι εθνικόφρονες κλείστηκαν στα σπίτια τους. Αφού συγκεντρώθηκαν αρκετές εκατοντάδες άρχισαν να γυρίζουν μέσα στο χωριό, να προκαλούν, να οχλαγωγούν, να κτυπούν. Πήγαιναν σε σπίτια εθνικοφρόνων και ζητούσαν συγκεκριμένα άτομα λέγοντας ότι ήταν μέσα στην ομάδα των προσωπιδοφόρων τούτο έκαναν και στο σπίτι μου.

Πήγαν στο σπίτι μου, έβρισαν και κτύπησαν το πατέρα μου και τις αδελφές μου, εκ των οποίων η μια λιποθύμησε μάλιστα, και ζήτησαν από τον πατέρα μου να τους δώσει το πανωφόρι που όπως έλεγαν τους το πήραν από το φυλάκιό τους οι προσωπιδοφόροι. Φωνάζοντας δε απαιτούσαν από τον πατέρα μου να τους πει πού ήμουν εγώ, συγκεκριμένα έλεγαν στον πατέρα μου «πού είναι ο γιος σου ο Τάκης; Πες μας πού είναι, τον θέλουμε, δώσε μας το πανωφόρι». Δηλαδή έλεγαν στον πατέρα μου ότι εγώ ήμουν ο προσωπιδοφόρος και ότι εγώ τους πήρα το πανωφόρι και να τους το δώσει πίσω.

Οι Άγγλοι εν τω μεταξύ γύριζαν μέσα στο χωριό και τους ακολουθούσαν από κοντά, και ρωτώ εάν αυτό δεν είναι προδοσία τότε τι είναι η προδοσία; Αυτοί συνέχισαν όλη τη νύχτα να γυρίζουν μέσα στο χωριό, να πηγαίνουν σε σπίτια εθνικοφρόνων να προκαλούν, να οχλαγωγούν και να βρίζουν.

Μόλις ανέτειλε ο ήλιος οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ άρχισαν πάλι τις προκλήσεις, δεν άφηναν τους εθνικόφρονες να πάνε προς το κέντρο του χωριού, το οποίο είχαν καταβάλει μαζί με τη δύναμη των Εγγλέζων που εστάλη από την προηγούμενη νύχτα.

Εν τω μεταξύ καμιά δεκαριά εθνικόφρονες κατάφεραν και έφτασαν στο σύλλογο και τον άνοιξαν. Μόλις οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ το κατάλαβαν, καμιά τριακοσαριά, πάντοτε υπό την κάλυψη των Εγγλέζων, κινήθηκαν απειλητικά προς τον σύλλογο και απαίτησαν να κλείσει. Αυτοί που ήταν στο σωματείο μόλις είδαν τις εκατοντάδες «των παλικαριών του ΑΚΕΛ» να πλησιάζουν απειλητικά, έκλεισαν τις πόρτες και ετοιμάστηκαν να αμυνθούν, έστειλαν δε ένα νεαρό δεκαπεντάχρονο τότε, τον Ανδρέα τον Μούζουρο, ο οποίος αφού τους ξεγέλασε από την πίσω πόρτα του συλλόγου ήρθε τρέχοντας στο σπίτι της γιαγιάς μου που έμενα και με ξύπνησε.

Γρήγορα μου λέει με έστειλαν να σε ξυπνήσω διότι οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ επετέθησαν στο σύλλογο και μέσα είναι μόνο καμιά δεκαριά και χρειάζονται βοήθεια. Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου σαν ελατήριο, σε ένα λεπτό έβαλα τα ρούχα μου και άρχισα να τρέχω προς το σύλλογο, προτρέποντας τον νεαρό αγγελιοφόρο να φύγει για το σπίτι του.

Μόλις έφτασα στον κύριο δρόμο εκατόν πενήντα μέτρα μακριά από τον σύλλογο βλέπω έξω από το σπίτι του Χριστοφή του Ηλία, έναν πρώτο εξάδελφο της μάνας μου να ακουμπά πάνω σε ένα ξινάρι (αξίνα). «Καλημέρα θείε» του λέγω και συνέχισα το δρόμο μου προς το σύλλογο. Αυτός τότε μου λέει «μην πάεις γιε μου γιατί είναι εσένα που γυρεύκουν (ψάχνουν), όλο το βράδυ εγυρίζαν το χωρκόν και εφωνάζαν το όνομα σου». «Όχι» του λέω «θείε, δεν μπορώ να μην πάω μέσα στο σύλλογο, έχει καμιάν δεκαριά που κινδυνεύουν, δεν μπορώ να μην πάω» και συνέχισα να βαδίζω προς το σωματείο.

Μόλις οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ με είδαν, ήταν καμιά τρακοσαριά όπως τους υπολόγισα, σταμάτησαν να φωνάζουν και περίμεναν να πλησιάσω και μόλις έφτασα στα τριάντα μέτρα περίπου ακούστηκε μια δυνατή φωνή, «σκοτώστε ρε το δολοφόνο». Οι πέτρες άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή, και πολλοί με άγριες διαθέσεις έτρεξαν προς το μέρος μου. Εγώ, προ του κινδύνου βέβαιου λιντσαρίσματος, με ένα σάλτο πήδησα πάνω στη βεράντα του συλλόγου, και με απόλυτη ψυχραιμία άρπαξα το πρώτο ποδήλατο που ήταν ακουμπισμένο στο τσιμέντο της βεράντας και τους το πέταξα, άρπαξα το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, έτο όσα ποδήλατα είχε τους τα φόρεσα όλα.

Οι δέκα που ήταν μέσα στο σύλλογο, Γεώργιος Μούζουρος, Φειδίας Μιτσίδης, Σοφοκλής Π. Σοφοκλή, Πιεράκης Λάζος, Νικόλας Καμηλάρης, Αντώνης Σιάλος, Ανδρέας Φεσιάς, Κυπρής Πίτσιλλος, Θεόδωρος Χ΄΄ Ιωάννου και Νικόλας Γιαννάκη Τσουρή, βγήκαν από τον σύλλογο καιμε καρέκλες έδωσαν σκληρή μάχη με τους ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ. Μαζί με τους δέκα επιτέθηκε και ο Χριστοφής του Ηλία, ο οποίος ήταν ένας πάρα πολύ δυνατός άνδρας, ως και ο αδελφός του πατέρα μου Δημήτρης Μιτσίδης.

Έτσι οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ υποχώρησαν λίγο και κατάφερα και μπήκα στον σύλλογο, τραυματισμένος όμως, από δεκάδες πέτρες. Το επεισόδιο όμως δεν τέλειωσε. Οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ έριχναν πέτρες και άρχισαν να φωνάζούν το όνομά μου, ως και του Πιεράκη Λάζου. Συγκεκριμένα, ένας από τους αρχηγούς τους, τον άκουσα σε μια στιγμή να φωνάζει τα ονόματά μας και να λέει ότι είμαστε μέσα στους προσωπιδοφόρους που συγκρούστηκαν το προηγούμενο βράδυ με δικούς τους. Προ του κινδύνου να συλληφθούμε, για πενήντα μέτρα κοντά στους οχλαγωγούντες εξαγριωμένους κουμουνιστές ήταν τα τεθωρακισμένα των Εγγλέζων, αποφασίσαμε με τον Πιεράκη Λάζο και από την πίσω πόρτα που ήταν το αποχωρητήριο του σωματείου, πηδήσαμε στην διπλανή αυλή του σπιτιού του Γιάννη Τσουρή, και τρέχοντας διαφύγαμε προς το δάσος της Άχνας καταδιωκόμενοι από πολλούς κουμμουνιστές, μέχρι την νοτιοδυτική πλευρά τού χωριού μας.

Οι ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ συνέχισαν να επιτίθενται κατά του συλλόγου απαιτώντας όπως κλείσει, οι δέκα που ήταν μέσα στο σωματείο αμύνονταν μια δυο ώρες περίπου, και μη μπορώντας να αντισταθούν άλλο έκαναν έξοδο και ξέφυγαν από τους ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ αφού είχαν τραυματιστεί σχεδόν όλοι. Έτσι λοιπόν ο σύλλογος έκλεισε με τους ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ να είναι κυρίαρχοι σε όλη την περιοχή που ήταν το καφενεία του χωριού, πάντοτε καλυπτόμενοι από τους Άγγλους.

Κάποιος διερχόμενος από το χωριό μας, νομίζω ήταν ο Κώστας, ο πρώην τερματοφύλακας της Ανόρθωσης, είδε τις φασαρίες στο κέντρο του χωριού μας και νόμισε ότι επιτέθηκαν Τούρκοι στην Άχνα. Τότε τριάντα περίπου συναγωνιστές από το Αυγόρου με επικεφαλής τον υπεύθυνο της ΕΟΚΑ, αγωνιστή Χριστόδουλο Χριστοδούλου, διευθυντή της Κεντρικής Τράπεζας σήμερα, ήλθαν στο χωριό μας για να βοηθήσουν στην απόκρουση των Τούρκων. Έτσι νόμιζαν οι άνθρωποι.

Ήλθαν στο χωριό αλλά ανεκόπησαν από τους ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ, οι οποίοι τους ρώτησαν γιατί ήλθαν. Οι Αυγορίτες απάντησαν ότι πληροφορήθηκαν ότι στην Άχνα επιτέθηκαν Τούρκοι και ήρθαν να βοηθήσουν. Δεν τους πίστεψαν, τους καταδίωξαν και οι άνθρωποι υποχρεώθηκαν να φύγουν τρέχοντας για το χωριό τους, εγκαταλείποντας και το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσαν.Μερικοί τραυματίσθησαν από τους ΑΚΕΛΙΣΤΕΣ πολύ σοβαρά

Βίντεο

Μόνιμα