Antistasi

Διψασμένοι σ’ έρημους καιρούς και τόπους, αναζητούμε τα νάματα της φυλής, την ρίζα την πολύτιμη, την πανάκριβή μας ταυτότητα’ σκύβουμε ευλαβικά, με τον νου και την καρδιά πάνω από τον καϋμό της Ρωμιωσύνης, τον καϋμό του μεγάλου Κυδωνιέα, του κυρ – Φώτη Κόντογλου. Αντιγράφουμε κείμενα του κυρ-Φώτη από «ΤΟ ΑΪΒΑΛΙ, Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ».

Για τους φίλους που ενδιαφέρονται να εντρυφήσουν σε περισσότερο πλάτος, παραπέμπουμε στην εξαίρετη δουλειά του Νεκτάριου.

Θρηνητικός πρόλογος.

Μυστήριο μεγάλο είναι το πώς έρχεται στον κόσμο ο άν­θρωπος. Εμένα το γραφτό μου ήτανε να γεννηθώ στην Ανατο­λή, αλλά η ρόδα της Τύχης, πού γυρίζει ολοένα, ξερρίζωσε από τα θεμέλια τον τόπο μου και μ έρριξε στην ξενιτειά, σ αν­θρώπους πού μιλούσανε την ίδια γλώσσα με μένα, πλην όμως που είχανε άλλα συνήθια. Το πουλί το θαλασσοδαρμένο, πώς βρίσκει έναν βράχο μέσα στο πέλαγο και κάθεται και στεγνώνει τα φτερά του, έτσι βρίσκουμαι κ’ εγώ σε τούτα τα χώματα.

Το πώς γεννήθηκα στα μέρη της Ασίας, τοχω για πράμα βλογημένο και δοξάζω τον Θεό για δαύτο. Μ όλα ταύτα βρεθήκανε ανθρώποι κακοί και κακογεννημένοι, ψυχές φτωχές, να γυρίσουνε το καύχημα μου σε κατηγόρια. Θέλανε ν αρνηστώ τη μάννα μου την Ασία, σε καιρό πού αυτοί θρεφόντανε από το πλούτος της καρδιάς μου και παίρνανε χαρά κ’ ελπίδα από τη φλέβα, π ανάβλυζε από τη βαθειά ρίζα μου.

«Αμαρτίαν ήμαρτεν Ιερουσαλήμ, δια τούτο εις σάλον εγένετο’ πάντες οί δοξάζοντες αυτήν, εταπείνωσαν αυτήν.»

«Κληρονομία ημών μετεστράφη αλλοτρίοις, οι οίκοι ημών ξένοις. Ορφανοι εγενήθημεν, ούχ υπάρχει πατήρ, μητέρες ημών ως αι χήραι.»

«Κατέλυσε χαρά καρδίας ημών, εστράφη εις πένθος ο χορός ημών, έπεσεν ο στέφανος της κεφαλής ημών.»

Μα εγώ δε θα σ αρνηστώ ποτές, Ιερουσαλήμ! Να χάσω το φως μου αν σε ξεχάσω, να ψάχνω με το ραβδί και να μη βρεθεί τοίχος να μου δείξει το δρόμο, κι ούτε πονετικός διαβάτης να με χειροκρατήσει. Γιατί θάν έχω αρνηστεί τον Θεό τον αληθινόν, και θέ ναμαι παραδομένος στα είδωλα της ψευτιάς, κι αντίς την απλή καρδιά πού ρίζωσες στα κορμί μου, θέ ναχω βάλει μέσα μου φίδια φαρμακερά, να δαγκάνουνε τ’ αδέρφια μου τους ανθρώπους.

Μαζί με σένα ζει η ψυχή μου, κ’ είμαι πλούσιος όποτε είμαι μακριά από τους στενόψυχους ανθρώπους, και γίνουμαι φτωχός όποτε σμίξω μαζί τους. Σέ μέρος πόχει τόσο μονάχα φως, όσο χρειάζεται στον ξενιτεμένον, εκεί σε συλλογιέμαι τη νύχτα.

Δοξάζω τον Θεό πού δώρησε στον άνθρωπο τα γράμματα, για να γράφει στο χαρτί τον αναστεναγμό του. Καθόμουνα και δούλευα σε μια τέτοια άκερδη δουλειά, στεναχωρεμένος από κάθε τι, σε καιρό πού οι άλλοι κοιτάζανε μέρα – νύχτα να μαζέψουνε χρυσάφι, να καλοπεράσουνε. Στά βουνά βούιζε ο άνεμος, περνούσανε από πάνω μου νέφελα οργισμένα. Κ’ εγώ τρύπωνα στο θαλάμι μου και φχαριστούσα τον Θεό, σαν και κείνον τον στρατοκόπο πού γλύτωσε από τους ληστές. Ακουμπούσα το κεφάλι στην απαλάμη μου και πή­γαινα σε τόπους αγαπημένους, δίχως να γνοιαστώ πώς τριγύριζε όξ από την πόρτα μου ο κορκόδειλας ο φθόνος κ’ η αλλοίθωρη αλεπού η αχαριστία.

Τα γραψίματα μου είναι χαρούμενα και φτυχισμενα. Ωστόσο σου λέγω πως δε γράφω με μελάνι, παρά με δάκρυα γράφω. Κανένας δε με βοήθησε σε τούτον τον κόσμο, εχτός αν είναι βοήθεια τα λόγια. Ώρες – ώρες, σα ν ακούγω μια σάλπιγγα να φωνάζει απάν από το κεφάλι μου. Για τούτο έλαχε πολλές φορές να γράψω με καλέμι και με κάπνα του δαδιού, είτε με κείνες τις μπογιές πού ζω­γραφίζω τα εικονίσματα, μέσα σε μοναστήρια αραχνιασμένα η σ άλλα έρημα μέρη.

Πόση χαρά μου δίνανε κείνοι οι άγριοι τόποι! Έγραφα μέσα σε κελλιά σκοτεινά, σ εκκλησιές παμπάλαιες, σε καιρό πού φυσούσε η ογρή νοτιά και πέφτανε ασβέστες από τις αρχαίες ζωγραφιές. Σε κοιμητήρια παρατημένα, μολυντήρια περπατούσανε α­πάνω στους άγιους, τρίζανε οι νεκρόκασες από τη ζέστη, σε τόπους πού για θροφή έ­χουνε τη σκόνη, κ’ οι ανθρώποι είναι φτερωτοί σαν τα νυχτοπούλια. Σε σπίτια του Χάρου, που στέκεται η σκόνη σωριασμένη πίσ από την πόρτα, κ’ η κλειδαριά της είναι βουλωμένη για πάντα από τη σκόνη.

“Ωστόσο εκεί μέσα εγώ αναπαυόμουνα, καθόμουνα μακριά από την κακία κι από τη δόξα, παρηγοριά εύρισκε το πνεύμα. Συλλογιζόμουνα: Γιατί τάχα ο ήλιος λαμποκοπά ακόμα στον ουρανό, και δε μουρκίζεται σαν ένας βώλος καρβουνιασμένος, αφού η λάμψη του, πού κάνει Παράδεισο τούτον τον κόσμο, στάθηκε ανήμπορη ναλλά­ξει τον τυφλοπόντικα σε πλάσμα καλό και φτυχισμένο, ν ανοίξει τα μάτια του τα σφαλισμένα, ώστε να ζήσει μακάριος, περιζωσμένος από τόσες χάρες αμέτρητες;

Άνθρωπε πονηρέ, γύρισε και κοίταξε το χάος πούναι ολόγυρά μας! Εγώ πολλές φορές τρομάζω τη νύχτα, βλέποντας να κρέμεται από πάνω μας τούτη η μηχανή του κόσμου. Και τα σκληρά βουνά πού πατάμε, και κείνα πού στέκουνται στον αγέρα, δεν έχουνε θεμέ­λιο, δεν ακουμπάνε πουθενά.

«Ο πήξας επ’ ουδενός την γήν τη προστάξει Σου, και μετεωρίσας ασχέτως βρίθουσαν!»

Εμείς οι ανθρώποι βρισκόμαστε γαντζωμένοι απάνω σ ένα μικρό μήλο, κρε­μάμενο κι αυτό μαζί με τ’ άλλα από το μεγάλο δέντρο τ’ ουρανού, που δεν έχει ρίζες, παρά στέκεται στον αγέρα.

Όπως η γης βγάζει στον καιρό της χορτάρια και λουλούδια, κι άμα ζήσουνε όσο είναι διορισμένο, ξεραίνουνται και γίνουνται χώμα, και πάλε με τον καιρό ξαναφυτρώνουνε άλλα, και τονα ζει από τη σκόνη τ’ αλλουνού, έτσι περνάνε από τον ψεύτη τον κόσμο κ’ οι ανθρώποι, ο ένας πίσ από τον άλλον.

Σε κάθε χώρα έτσι γίνεται. Μα τούτος ο μύλος της ζωής γυρνά πιο γρήγορα στις χώρες πούναι πιο αρχαίες, και πιο πολύ ακόμα στις μεριές του κόσμου πού σταυρώνουνται τα ρέματα. Γιατί, όπως έχει ρέματα η θάλασσα, η ατμοσφαίρα και τα ποτάμια, το ίδιο κ’ οι ανθρώποι κάνουνε κι αυτοί ρέματα παράξενα, και περιπλέκουνται τονα με τ’ άλλο, και χοχλακάνε, κ’ ύστέρα πλημμάρουνε και σκεπάζουνε τις στεριές και τα νησιά.

Βίντεο

Μόνιμα