Antistasi

 

του Κορνήλιου Χατζηκώστα*

Το υφιστάμενο καθεστώς των βρετανικών Bάσεων είναι διάτρητο από νομική άποψη, και για αυτό μπορεί να προσβληθεί στα διεθνή δικαστήρια. Η αμφισβήτηση του νομικού καθεστώτος των Bάσεων πηγάζει, κυρίως, από το γεγονός ότι οι αποικίες είναι παράνομες, και αφού οι «κυρίαρχες», όπως λέγονται, βρετανικές Bάσεις είναι κατάλοιπο της βρετανικής αποικιοκρατίας, συνεπώς δεν μπορούν να σταθούν στη σύγχρονη νομική πραγματικότητα. Αυτή, τουλάχιστον, είναι η άποψη μερίδας επιφανών νομικών, οι οποίοι τεκμηριώνουν την άποψή τους με νομικά επιχειρήματα.

Αυτή, όμως, η αμφισβήτηση του νομικού καθεστώτος των Bάσεων δεν θα υπήρχε, στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό το σχέδιο Ανάν. Το περιβόητο σχέδιο, εκτός του γεγονότος ότι είχε σωρεία προνοιών, οι οποίες καθιστούσαν τους Ελληνοκυπρίους ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, αφού τους περιόριζε σωρεία δικαιωμάτων και μάλιστα βασικών, που δεν είναι του παρόντος, περιείχε και άλλες πρόνοιες, σκοπός των οποίων ήταν η αναβάθμιση του καθεστώτος των Βάσεων. Οι πρόνοιες αυτές ήσαν προσεκτικά διατυπωμένες, ώστε να μην προκαλούν εκ πρώτης όψεως τους αναγνώστες του σχεδίου, αλλά ικανές να εδραιώσουν με νομικά πλέον ερείσματα το καθεστώς και να αποκρούσουν την οποιαδήποτε αμφισβήτησή του.

Το γεγονός ότι ο κυπριακός λαός δεν αποδέχθηκε το σχέδιο Ανάν, αφήνει ανοικτό από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας το ενδεχόμενο προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τη διευθέτηση διαφορών σε ό,τι αφορά τις βρετανικές Βάσεις. Εκτός της διαδικασίας αυτής, σύμφωνα με νομικούς κύκλους, η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να προχωρήσει και στη διαδικασία της αποαποικιοποίησης, όπως προβλέπεται από τον ίδιο τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Τα μέσα αυτά, για την αποκατάσταση των σοβαρών προβλημάτων που δημιουργεί η παρουσία των βρετανικών Bάσεων στον τόπο μας, δεν θα μπορούσαμε να τα χρησιμοποιήσουμε στην περίπτωση που κάναμε αποδεκτό το σχέδιο Ανάν, γιατί οι πρόνοιές τους διαλαμβάνουν σαφώς τη νομιμοποίηση του καθεστώτος. Το Σχέδιο Ανάν, μάλιστα, ως πρωτογενές δίκαιο, θα αποτελούσε απόκλιση του ευρωπαϊκού κεκτημένου, και αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να γίνει η όποια προσαρμογή, στο θέμα αυτό, της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Η προσφυγή της Κύπρου στο Διεθνές Δικαστήριο, σύμφωνα με τους ίδιους νομικούς κύκλους, θα μπορεί να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι η Βρετανία ως εγγυήτρια δύναμη δεν τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις όταν η ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας απειλήθηκε από την τουρκική εισβολή. Ακόμα, η προσφυγή μπορεί να αναφέρεται στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας των Bάσεων, αλλά και στην καταγγελία της Συμφωνίας Εγκαθίδρυσης, αφού αυτή πλέον βρίσκεται σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο.

Πέραν της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο, η Κυπριακή Δημοκρατία νομιμοποιείται, επίσης, αφού δεν υιοθετήθηκε το Σχέδιο Ανάν, να προχωρήσει στην αποαποικιοποίηση, χρησιμοποιώντας το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Οι βρετανικές Bάσεις αποτελούν αποικιακό κατάλοιπο, κάτι το οποίο δεν γίνεται αποδεκτό από το διεθνές δίκαιο. Η Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με τους ίδιους νομικούς κύκλους, μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποκολλήσει από τη βρετανική δέσμευση τους Κύπριους πολίτες οι οποίοι ζουν στο έδαφος των Βάσεων. Αυτό, όπως παρατηρούν, μπορεί να γίνει με την ακόλουθη λογική: Στον κυπριακό λαό αναγνωρίστηκε, έστω με τον τρόπο που αναγνωρίστηκε, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης το 1960. Εξαιρέθηκαν, όμως, του δικαιώματος αυτού οι περιοχές των βρετανικών Bάσεων, κάτι που μπορεί να αποκατασταθεί σήμερα, έστω και αργά.

Είναι γνωστό, νομικά και πολιτικά τεκμηριωμένο, ότι το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας που ελέγχεται από τις βρετανικές στρατιωτικές Bάσεις εξαιρείται από την κυπριακή επικράτεια που καλύπτεται από τη Συνθήκη Προσχώρησης στην Ε.Ε. Κατά συνέπειαν, το έδαφος της κυπριακής Πολιτείας που ελέγχεται από τις βρετανικές Bάσεις δεν θα αποτελεί ευρωπαϊκό έδαφος. Το γεγονός αυτό επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντα των Κυπρίων πολιτών, οι οποίοι κατοικούν στις περιοχές των βρετανικών Bάσεων.

Μπορούμε να αντιληφθούμε τη σοβαρότητα των αρνητικών επιπτώσεων και την εγκυρότητα των βρετανικών υποσχέσεων, αν θυμηθούμε τις πολλές περιπτώσεις αυθαίρετης σύλληψης Κυπρίων πολιτών από όργανα των βρετανικών Bάσεων, την κράτηση Κυπρίων πολιτών χωρίς δικαστικό ένταλμα για χρονικό διάστημα πολύ πέραν του μέγιστου που ορίζεται από το κυπριακό Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (μέχρι και 4 ημέρες), τη συνέχιση της «δικαστικής» διαδικασίας την ώρα που ο «κατηγορούμενος» μεταφερόταν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο με κάταγμα πλευράς από ενέργειες οργάνων των Bάσεων μέσα στην αίθουσα του «δικαστηρίου» (υπόθεση Χειμώνα), την έξω από κάθε γνωστή νομική πραγματικότητα διαδικαστική συμπεριφορά τριμελούς Εφετείου (υπόθεση Σιαμπέτα) και τόσες άλλες περιπτώσεις κατάφωρης παραβίασης βασικών αρχών δικαίου, για τις οποίες ηχεί ακόμα στ’ αφτιά μας η προκλητική δικαιολογία ανώτατου αξιωματούχου των Bάσεων: «Εδώ είναι στρατιωτική Bάση και δεν ισχύουν όλα αυτά»!

Η βρετανική Κυβέρνηση, εκτός του ότι δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις για αποτροπή της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, δεν ανταποκρίθηκε, επίσης, ούτε και στην υποχρέωσή της, που απορρέει από τη Συμφωνία Εγκαθίδρυσης, για καταβολή αποζημίωσης προς την Κυπριακή Δημοκρατία για τη χρήση των βρετανικών Bάσεων. Η βρετανική Kυβέρνηση, μέχρι στιγμής, έδωσε στην Kυπριακή Δημοκρατία μόνο 10 εκατομμύρια λίρες για την περίοδο από 1960 – 1965, ενώ έκτοτε δεν τήρησε τη δέσμευσή της για διαπραγμάτευση του θέματος των οφειλών τους ανά πέντε έτη. Tο πρόσχημα των Bρετανών, για να μην προσέλθουν έκτοτε σε διαπραγμάτευση για το θέμα των χρημάτων που θα έπρεπε να δίνουν στην Kυπριακή Δημοκρατία ανά πενταετία, ήταν ότι οι Tουρκοκύπριοι δεν συμμετείχαν στην Kυβέρνηση!

Έχει, βεβαίως, βαρύτατες ευθύνες η βρετανική κυβέρνηση που δεν προσέρχεται σε διαπραγμάτευση για το ποσό που θα πρέπει να καταβάλει εξαιτίας της χρήσεως των βάσεών τους στο νησί. Όμως, και η δική μας πλευρά φαίνεται ότι δεν είναι άμοιρη ευθυνών, γιατί εξ όσων φαίνεται δεν έχουν γίνει μέχρι στιγμής σοβαρά διαβήματα για την ανάληψη της υποχρέωσης αυτής των Bρετανών. H δικαιολογία για την αδράνεια αυτή όλων των κυπριακών κυβερνήσεων, είναι φυσικά ότι δεν είναι ώρα να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα και ο λόγος που προβάλλεται είναι η μόνιμη επωδός της κρισιμότητας στην οποία βρίσκεται το Kυπριακό. Tο θέμα, όμως, είναι ότι το Kυπριακό βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση εδώ και σαράντα χρόνια.

H τακτική αυτή ακολουθείται, προφανώς για να μην εξοργίσουμε τη Bρετανία ώστε να ταχθεί εναντίον μας σε ζητήματα που αφορούν στο κυπριακό. Πότε, όμως, ήταν υπέρ μας η βρετανική κυβέρνηση και πόσο απέδωσε η πολιτική μας αυτή; H απάντηση είναι ότι η πολιτική μας αυτή δεν απέδωσε, και τα αποτελέσματά της τα βλέπουμε κάθε τόσο μπροστά μας….

* Δημοσιογράφος, συνεργάτης ΕΛ.Κ.Ε.Δ.Α.

http://www.elkeda.gr/index.php?option=com_

Βίντεο

Μόνιμα