Antistasi

Απο την ιστοσελιδα του ΄΄Ελ. Κόσμου΄΄

Τετάρτη, 27 Μάιος 2009 15:02

 

Aν ο Ησίοδος είχε τη δυνατότητα να χαρακτηρίσει τους σημερινούς Έλληνες, σύμφωνα με τον ποιοτικό διαχωρισμό που κάνει, αναμφίβολα θα μας απέδιδε τον χαρακτηρισμό του πλαστικού γένους. Πέθαναν οι ενάρετοι, ξεχάστηκαν οι ήρωες, οι φιλόσοφοι και οι ποιητές σιώπησαν, ο νιτσεϊκός θάνατος των Θεών, είναι ορατός όσο ποτέ στη νεοελλάδα. Βιώνουμε μια αδιάκοπη παρακμή της κοινωνίας, μια ολική διάβρωση των ανθρώπων, ανάμεσα σε κόσμο που δεν θέλει να ακούει για θυσίες, που τον ενοχλείς αν του μιλήσεις για πατρίδα, σε κοροϊδεύει αν του πεις για Θεό. Με το τέλος της δεκαετίας του ’40, η Ελλάδα ήταν ένα πραγματικό ερείπιο, ένα απέραντο νεκροταφείο. Διαλυμένη οικονομικά, με ύπαιθρο έρημη, με τους Έλληνες να μισούν ο ένας τον άλλο, με ανθρώπους στην ηγεσία της που ήταν κυριολεκτικά δούλοι ξένων συμφερόντων. Τουλάχιστον εμείς μετά από τόσα χρόνια πρέπει να έχουμε το θάρρος να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα. Αυτό που ονομάζεται δεξιά παράταξη στην πολιτική σκηνή της χώρας μας, και κυβέρνησε για τριάντα περίπου χρόνια, είναι το ίδιο ένοχη για το κατάντημα της Ελλάδας όσο και οι κομμουνιστές. Ναι, οι κομμουνιστές είναι ένοχοι διότι με τις θηριωδίες τους, ερήμωσαν την ελληνική ύπαιθρο, έσπειραν πόνο και μίσος στις ψυχές χιλιάδων ανθρώπων. Η πλέον βάρβαρη και αποτρόπαια μορφή του ανθρώπου ενσαρκώθηκε στο πρόσωπο τους. Επιπλέον, επεδίωξαν να διαλύσουν την Ελλάδα, να τη διαμελίσουν χάριν των διαταγών της Σοβιετικής τους πατρίδας. Ηττήθηκαν χάρη στην γενναιότητα και την αυτοθυσία του Ελληνικού Στράτου, πλήρωσαν για τα εγκλήματά τους, αλλά αυτοί που καρπώθηκαν αυτή τη νίκη ασφαλώς δεν είχαν καμία σχέση με αυτήν.
Ήταν φτηνοί και ξενόδουλοι πολιτικάντηδες, όργανα της ξενοκρατίας και του παλαιοκομματισμού, που αντί να κοιτάξουν να θεμελιώσουν μια Ελλάδα πάνω στα ερείπια, καθιέρωσαν το κράτος των πελατειακών σχέσεων και της διαφθοράς. Γιγάντωσαν το τέρας της αστυφιλίας, εξανάγκασαν το πλέον δυναμικό και παραγωγικό κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού να ξενιτευτεί για να μπορέσει να επιβιώσει, επέτρεψαν στην αριστερά να επικρατήσει στον ιδεολογικό και πολιτικό χώρο, γιατί πολύ απλά αυτοί δεν είχαν καμία ιδεολογία. Δημιούργησαν τη γάγγραινα του «δημοσίου υπαλλήλου», ένα σύνδρομο ταυτόσημο με την παρακμή του νεοέλληνα. Ενώ η Δεξιά στην Ευρώπη σχετίστηκε με πολιτικούς αγώνες, με ριζοσπαστικό μεταπολεμικό λόγο, με φιλοσοφικό στοχασμό και παραγωγή πνευματικής σκέψης, στην «ψωροκώσταινα» νεοελλάδα οι πολιτικοί της εκφραστές, εξέφραζαν και συνεχίζουν να εκφράζουν έναν φτηνό λαϊκισμό, μια υποκουλτούρα, και κυρίως ένα αίσθημα απολογίας έναντι της διεθνιστικής αριστεράς, η οποία στη σύγχρονη μορφή της, την εποχή της μεταπολίτευσης, έχει ταυτιστεί σε απόλυτο βαθμό με την παγκοσμιοποίηση και την καπιταλιστική τυραννία.
Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο καλούμαστε να επιβιώσουμε εμείς, όσοι τουλάχιστον είμαστε τόσο «γραφικοί» που επιμένουμε να πιστεύουμε σε αυτό το υπέροχο συναίσθημα της Ιδέας. Σε έναν κόσμο φτηνό και πλαστικό, που τα πάντα έχουν ταυτιστεί με το νόμο της αγοράς, σε μια κοινωνία εκχυδαϊσμένη, που με δυσκολία προσπαθούμε να της αντισταθούμε. Σε έναν κόσμο που τον μισούμε όσο τίποτε άλλο, μισούμε την κοινωνική του τάξη, την οργάνωσή του, τους εκφραστές του, τους ευνοημένους του. Ο Ζώρζ Σορέλ έγραψε πως «η αποκατάσταση της αλήθειας δεν είναι μόνο ζήτημα ηθικού χρέους, είναι πρωτίστως ζήτημα άμεσου πρακτικού ενδιαφέροντος».
Απομένει λοιπόν να κατανοήσουμε τα λόγια αυτά όσοι επιμένουμε σε πείσμα των καιρών να πιστεύουμε στην ιδέα του Εθνικισμού, μια ιδέα όμως που δεν είναι αυτοσκοπός να προβάλλεται ως μια ακατανόητη ψευδαίσθηση ενός άψογου ιδεολογικού συστήματος, αλλά πρώτα και κύρια ως μια αφετηρία μάχης και αντίδρασης στον σημερινό κόσμο. Μια ιδέα που πρέπει επιτέλους να πετύχει την ίαση της από την ασθένεια της σκόπιμης περιθωριοποίησης, της γραφικότητας, αλλά και της παλαιοκομματικής εθνικοφροσύνης, του λαϊκισμού και του μικροελλαδισμού, έννοιες στις οποίες τα τελευταία χρόνια ήρθε να προστεθεί και το επάγγελμα του τηλεοπτικού πατριωτισμού, συν γυναιξί και τέκνοις. Οφείλουμε κόντρα στην απαισιοδοξία της πραγματικότητας να αντιτάξουμε την αισιοδοξία της βούλησης.
Το ελληνικό έθνος αντιστάθηκε και νίκησε την βαρβαρότητα και τη βία, δυστυχώς όμως υπέκυψε στη διάβρωση. Τα παράθυρα της τηλεοπτικής δημοκρατίας καθημερινά διαλύουν όση έννοια ελληνικότητας έχει απομείνει. Απομένει λοιπόν ο τυπικός θάνατος αυτού του έθνους, ή μήπως φτάσαμε στο σημείο να ευχόμαστε ο ιστορικός αυτός τόπος να έχει τουλάχιστον έναν περήφανο θάνατο; Την απάντηση ας την αναζητήσουμε πρώτα και κύρια μέσα στον εαυτό μας, όσοι από εμάς θέλουμε ένα διαφορετικό αύριο για την πατρίδα μας.
Ας την αναζητήσουμε στο όραμά μας για το μέλλον, εμείς όσοι συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως με τον σημερινό κόσμο δεν μας συνδέει τίποτα, εμείς όσοι πιστεύουμε πως είναι προτιμότερο να κατασκευάσουμε τον κόσμο από την αρχή, παρά να πεθάνουμε μέσα στα παλιά του σχήματα.

Ευάγγελος Χ. Χανιώτης

 

Βίντεο

Μόνιμα