Antistasi

karkal

του Σταύρου Καρκαλέτση, Ιστορικού

Ήταν οι τελευταίες ημέρες του 2021. Και ταυτόχρονα η τελευταία φάση της αποσύνθεσης του ελληνικού κράτους, έπειτα από μια μακρά, επώδυνη 12ετή περίοδο εσωτερικών ταραχών και εξωτερικών απειλών. Τα πρώτα άσχημα μηνύματα είχαν ηχήσει και πάλι Δεκέμβριο, 13 χρόνια πίσω. Ήταν εκεί, στα τέλη του 2008, όταν για πρώτη φορά οι -περιορισμένου βεληνεκούς ως τότε- ταραχές εξαπλώθηκαν και συντάραξαν όλη τη χώρα. Επί μέρες οι «γνωστοί άγνωστοι» έκαιγαν, λεηλατούσαν και κατέστρεφαν, συνεπικουρούμενοι από λαθρομετανάστες αλλοδαπούς.

Για πρώτη φορά επί ευρωπαικού εδάφους, αντί να αφεθούν οι δυνάμεις της τάξης να την επιβάλλουν, διατάχθηκαν να συμπεριφερθούν «αμυντικά», αφήνοντας την ελληνική πρωτεύουσα στο έλεος των «παιδιών». Τα επόμενα χρόνια, η κατάσταση αυτή μετέπεσε σε ρουτίνα. Όταν μάλιστα εισήλθε, στην συγκυβέρνηση που σχηματίσθηκε το 2011, το μικρό πλην εξαιρετικά αποτελεσματικό κόμμα που προωθούσε την πολυπολιτισμική κοινωνία στην Ελλάδα και την άνευ όρων εγκατάσταση και νομιμοποίηση λαθρομεταναστών, τα πράγματα επιδεινώθηκαν ραγδαία. Το «μεγάλο» κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού, παραχώρησε στο «μικρό» δύο υπουργεία: Αυτά της Εθνικής Άμυνας και της Παιδείας.

Έως το 2015 η Ελλάδα είχε πλήρως μεταλλαχθεί σε «ανοιχτή», «προοδευτική» κοινωνία. Ο γηγενής πληθυσμός είχε «κολλήσει» στα 11 εκατομμύρια, μόνο που τώρα υπήρχαν επιπλέον και 4 εκατομμύρια αλλοδαποί, στους οποίους άρχισε να χορηγείται τμηματικά η ελληνική υπηκοότητα κα τα σχετικά πολιτικά δικαιώματα. Σε αντίθεση με την ποσόστωση στους μετανάστες, που εφάρμοζαν πλέον όλες οι υπόλοιπες χώρες της όλο και αναιμικότερης Ε.Ε., η ελληνική κυβέρνηση δεχόταν και νομιμοποιούσε τους πάντες. Όσες φωνές ζητούσαν διάλογο και εξορθολογισμό της πολιτικής για το μεταναστευτικό, χαρακτηρίζοντας συλλήβδην ακραίες και φασιστικές.

Η θητεία είχε περιοριστεί στους 7 μήνες, αφού στα δύο κόμματα της συγκυβέρνησης πλειοδοτούσαν οι αντιμιλιταριστικές φωνές, παρά τις συνεχείς τουρκικές προκλήσεις. Στην Κύπρο τα κατεχόμενα είχαν ενωθεί και τυπικά με την Τουρκία, μετά από «δημοψήφισμα», ενώ στον κυπριακό νότο υπήρχε τώρα τουρκική μειονότητα της τάξης του 35%, αποτέλεσμα της συνεχούς ροής Τουρκοκυπρίων και εποίκων στην ελεύθερη Κύπρο, η οποία τους αγκάλιαζε και στήριζε, χάριν της επαναπροσέγγισης και συναδέλφωσης. Το Αιγαίο ήταν υπό άτυπη τουρκική συγκυριαρχία, ενώ στα νησιά του ο μέσος όρος των Τούρκων μεταναστών ανερχόταν το 2015 στο 40%. Αυτοί είχαν εγκατασταθεί νόμιμα μετά την σύναψη προσωρινής ειδικής σχέσης Βρυξελλών-Άγκυρας, που προονούσε εισδοχή Τούρκων εργατών σε χώρες της Ε.Ε., για όσες εξ’ αυτών το επιθυμούσαν. Όλα σχεδόν τα κράτη- μέλη ζήτησαν όπως είχαν δικαίωμα εξαίρεση, όμως η Ελλάδα, με πρωτοστάτη και πάλι το «μικρό» κόμμα που συγκυβερνούσε, το αποδέχθηκε, με το επιχείρημα πως έτσι θα ενισχυόταν ο πλουραλισμός και ο πολυφυλετικός χαρακτήρας της χώρας.

Από το 2018 και μετά η κατάσταση της χώρας επιδεινώθηκε ραγδαία. Η οικονομία βρισκόταν στο απόλυτο μηδέν, αφού η Ελλάδα δεν παρήγαγε πλέον τίποτα. Ο εξωτερικός δανεισμός ήταν εκτός ελέγχου, ενώ η διεθνής αστάθεια, η τρομοκρατία και οι διαρκείς εσωτερικές ταραχές είχαν περιορίσει δραματικά τα έσοδα από τον τουρισμό. Στις εκλογές του επόμενου έτος (ψήφισαν και 3,5 εκατ. αλλοδαποί) εισήλθε στη Βουλή αλβανικό κόμμα που ζήτησε αμέσως αναγνώριση εθνικής μειονότητας στην Ελλάδα και τα σχετικά δικαιώματα.

Η Τουρκία από την άλλη δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ για τις δικές της επιδιώξεις. Η ισορροπία στο Αιγαίο ήταν μακρινή ανάμνηση και οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών ήσαν εξαιρετικά απρόθυμες να υπερασπιστούν τα εθνικά δίκαια της χώρας. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2.021 συντελέστηκε η μεγάλη έκρηξη. Ύστερα από αστυνομική καταδίωξη κα ανταλλαγή πυροβολισμών, φονεύθηκε Ασιάτης λαθρομετανάστης ο οποίος πριν είχε εισβάλλει σε λεωφορείο με χειροβομβίδες, απαιτώντας άδεια παραμονής και εργασία. Αμέσως χιλιάδες αλλοδαποί, μαζί με αναρχικούς και «προοδευτικούς», ξεχύθηκαν στους δρόμους της Αθήνας, ισοπεδώνοντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Οι Έλληνες πολίτες βγήκαν με τη σειρά τους στους δρόμους, εξοργισμένοι από την εισαγόμενη εγκληματικότητα και τους βανδαλισμούς των περιουσιών τους και οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν. Έντρομη η (συν)κυβέρνηση εκλιπαρούσε για ηρεμία, ενώ η Αστυνομία διατάχθηκε να παραμείνει «αμυντική», όπως και τότε, το 2008.

Εκμεταλλευόμενη το χάος που δεν σταματούσε, η Τουρκία «έστησε» το κατάλληλο σκηνικό για το οποίο εργαζόταν επί χρόνια: Όταν, μετά 20 ημέρες ταραχών και καταστροφών, πιστοποιήθηκε ότι ανάμεσα στους νεκρούς (57 Έλληνες και 29 αλλοδαπούς) υπήρχαν και Τούρκοι μετανάστες, η Άγκυρα ζήτησε εξηγήσεις και απαίτησε καθεστώς αυτονομίας στη δυτική Θράκη. Στο Αιγαίο ήχησαν τα τύμπανα του πολέμου. Το τουρκικό πολεμικό ναυτικό απέκλεισε επ’ αόριστον τη Ρόδο και τη Λέσβο, μόνο που δεν υπήρχε κανείς για να το αντιμετωπίσει αφού η Ελλάδα είχε παγώσει τους εξοπλισμούς τα τελευταία 18 χρόνια. Η Άγκυρα απαίτησε ειδικό καθεστώς αυτονομίας για όλα τα νησιά και νησίδες του ανατολικού Αιγαίου, επικαλούμενη την εξισορρόπηση του ελληνικού πληθυσμού από τους Τούρκους μετανάστες που ζούσαν τώρα μόνιμα στα νησιά.

Η ελληνική κυβέρνηση απλώς παρακολουθούσε, δίχως πρωτοβουλίες. Η χώρα ήταν ανίσχυρη και διεθνώς ανυπόληπτη, τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και σε γεωπολιτικό βάρος. Διεθνή ερείσματα δεν υπήρχαν μετά από δύο σχεδόν δεκαετίες εξοπλιστικής απραξίας. Η εμμονή κάποιων για πολυπολιτισμική Ελλάδα είχε καρποφορήσει, μόνο που η χώρα, με πρώτα θύματα τους ίδιους τους Έλληνες πολίτες της, όδευε αυτοκαταστροφικά στην μετάπτωσή της σε ένα πολυμορφικό σχηματισμό, δίχως εθνική ταυτότητα. Η έλλειψη γεωστρατηγικού σχεδιασμού σε βάθος, η απουσία οράματος για το μέλλον και η άνευ όρων παράδοση στα «προοδευτικά» πειράματα, άρχισαν να εξοφλούνται. Με δραματικά αποτελέσματα….

ΕΛΛΑΔΑ 2009: ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟΕΛΛΑΔΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΜΕΤΑΕΘΝΙΚΟ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ

Το παραπάνω σενάριο, ενδεχομένως κάποιοι να το χαρακτήριζαν υπερβολικό, ίσως και τρομολαγνικό. Εάν πάντως κάποιος τρεις δεκαετίες πίσω, προφήτευε την πυρπόληση του Αγνώστου Στρατιώτου από τις ορδές των αναρχικών, τις τρεις ανά μέσο όρο ληστείες τραπεζών ημερησίως ή την δέσμευση του κεντρικού Αιγαίου για 10 και 11 μήνες από τους Τούρκους για «ασκήσεις», μάλλον τους ίδιους χαρακτηρισμούς θα εισέπραττε. Η δικαίωση θα ερχόταν αργά, μα θα ήταν πολύ πικρή. Θα πίστευε κανείς ότι τον Ιανουάριο του 2009 θα αντίκρυζαν οι κάτοικοι της Καρύστου και της Ραφήνας τουρκική φρεγάτα ελάχιστα μίλια από τα σπίτια τους; Η σημερινή κατάσταση της χώρας, δυστυχώς και η αυριανή, θα δικαιώνει απόλυτα το ρητό που λέει πως «…στη φθορά ένα είναι το πιο επικίνδυνο: να την συνηθίσεις!»

Η οπτική και λογική του στείρου μικροελλαδισμού, όπως αυτός αποτυπώθηκε εξόχως στην μεταπολεμική ελληνική εξωτερική πολιτική, δείχνει να παραχωρεί αργά πλην μεθοδικά τη θέση του σε κάτι «άλλο», ακόμα χειρότερο. Δείχνοντας εγκληματική απροθυμία προς χάραξη μεσο- και μακροπρόθεσμης στρατηγικής για τη χώρα, οι συμβατικές ελλαδικές πολιτικές ελίτ μοιάζουν παραδομένες σε στείρες διαχειριστικές πρακτικές. Στο χώρο των ιδεών/ιδεολογιών κυριαρχούν καταθλιπτικά δήθεν προοδευτικές δυνάμεις, που έχουν αναλάβει εργολαβικά την απεθνοποίηση της πατρίδας μας.

Ο μικροελλαδισμός που απέτυχε να υπερασπιστεί τον Ελληνισμό της Πόλης και της Κύπρου χθες, που εγκαταλείπει το Αιγαίο σήμερα, επιτρέπει πλέον και την άλωση του μητροπολιτικού ελλαδικού χώρου και την μετάπτωση της Ελλάδας σε ένα πολυεθνικό μόρφωμα, με αμβλυμένα εθνικά γνωρίσματα. Αιχμάλωτη της γεωγραφίας η χώρα μας, στο άκρο της Ευρώπης, θα όφειλε να πρωτοστατεί σε δράσεις και πρωτοβουλίες που θα υπεράσπιζαν την ταυτότητά της και εν τέλει το αύριο των παιδιών της. Διότι ως πύλη εισόδου και με απειλές εξ’ ανατολών, υφίσταται πρώτη τις συνέπειες. Αντ’ αυτού, έκπληκτοι οι πολίτες παρακολουθούν σχεδόν επί 20ετία κυβερνητικές πλειοδοσίες για πολυπολιτισμική μετάλλαξη, ενώ απουσιάζουν πλήρως οι όποιοι σε βάθος σχεδιασμοί.

Εάν συνεχιστεί η ίδια γκρίζα διαχείριση, δίχως στοχοθεσία και προοπτική, ας ετοιμαστούμε για σκηνές σαν αυτές που περιγράψαμε παραπάνω. Με την παρούσα τροχιά, η Ελλάδα σε λίγα χρόνια θα έχει αποκτήσει τα βασικά χαρακτηριστικά μιας μετα-εθνικής κοινωνίας, με πολίτες όλων των φυλών και αποχρώσεων και εξαφανισμένα τα γνωρίσματα αυτού που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «έθνος-κράτος». Τα ό,ποια ατομικά δικαιώματα μελών απίθανων ανθυπομειονοτήτων θα κατεδαφίσουν συλλογικά κεκτημένα και κληρονομημένες αξίες χιλιετιών. Η χαλάρωση του κράτους, όπως την εισπράξαμε τον τελευταίο Δεκέμβριο, είναι βέβαιο πως έχει ανοίξει την όρεξη εγχώριων «επαναστατών» (πιθανότατα και των εκτός συνόρων πατρώνων τους) για νέες εξεγέρσεις. Οι αρνητικές προβλέψεις για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, η διαρκώς συρρικνούμενη παραγωγή και η είσοδος όλο και περισσότερων Ελλήνων στον κόσμο της φτώχειας, προδικάζουν εντάσεις και συγκρούσεις σε αυτό το μεταεθνικό μόρφωμα όπου λίγα, πολύ λίγα θα θυμίζουν την Ελλάδα που γνωρίσαμε.

Το μείζον ερώτημα λοιπόν, για όποιον θέλει να «βλέπει μακριά» είναι το πώς θα ανασχεθεί αυτός ο κατήφορος και με ποιόν τρόπο. Είναι προφανές πως αναφερόμαστε σε όσους θέλουν ο τόπος μας να παραμείνει αναλλοίωτος, σε όσους πιστεύουν στην ιδέα του εθνικού κράτους. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τις δυνάμεις που συνειδητά θα υπερασπιστούν όσα παραλάβαμε από τις προηγούμενες γενιές. Είναι επίσης σαφές πως ζητούμενο δεν είναι ένα είδος απομονωτισμού ή εθνικής εσωστρέφειας. Ούτε στατικά μοντέλα κρατικής εξέλιξης και μετεξέλιξης. Προφανώς οφείλουμε ως κράτος και κοινωνία να είμαστε ανοιχτοί στο νέο, στο διαφορετικό. Προφανώς χρειάζονται καινοτόμες δράσεις και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Προφανώς χρειάζεται νέο πνεύμα σε στατικές πολιτικές δεκαετιών, που δεν έλυσαν μα συσσώρευσαν προβλήματα. Αναζητούνται λοιπόν τα συλλογικά υποκείμενα (στην κοινωνία, την οικονομία, την πολιτική) που θα θελήσουν να μεταμορφώσουν την Ελλάδα και όχι να την διαλύσουν. Και βεβαίως οι στρατηγικοί μεσο- και μακροπρόθεσμοι στόχοι, με τις τακτικές που θα οδηγήσουν στην προσέγγιση αυτών.

Μιλούμε για ένα τελείως διαφορετικό από τα ισχύοντα πλαίσιο αρχών και πολιτικών, που, και ανασχετικό της σημερινής σήψης θα είναι, και παραγωγικά/αναπτυξιακά θα λειτουργήσει, και ψηλά θα θέσει τον πήχυ για τη διεθνή θέση και παρουσία της χώρας. Η Ελλάδα πρέπει να παλέψει για πολλά: Τη χαμένη της ισχύ, τη χαμένη της αξιοπιστία, το χαμένο της κύρος. Όλοι βλέπουν, με αιχμή την πορεία των εθνικών μας θεμάτων αλλά και την οικονομική δυσπραγία και κοινωνική μετάλλαξη, πως αν συνεχιστεί το παρόν τέλμα, αύριο η συνολική κατάσταση της χώρας θα είναι μη αναστρέψιμη.

Ακόμη μπορούν να αναδειχθούν νέες ιδέες και δυνάμεις, γιατί αξίζει σε όλους τους Έλληνες μια καλύτερη Ελλάδα. Ακόμη δεν έχει χαθεί το παν και, διασταλτικά, ο Ελληνισμός έχει δείξει αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα αλλά και προσαρμοστικότητα στο νέο. Για θετική πορεία όμως στον πολύπλοκο, πολυπολικό κόσμο της επόμενης και μεθεπόμενης δεκαετίας, απαιτείται μακρόπνοος σχεδιασμός.

Γίνονται μελέτες στην σημερινή Ελλάδα για την Ελλάδα και τον κόσμο του 2020; Διενεργούνται εκτιμήσεις για το πιθανό «σπάσιμο» της αμερικανικής μονοκρατορίας και την διάχυση ισχύος σε νέους, ανερχόμενους «παίκτες» (π.χ. Γαλλία, Κίνα, Ρωσία); Συμφέρει την χώρα μας μια τέτοια εξέλιξη, ώστε να επανεξετάσει σε βάθος χρόνου την πρόσδεσή της στο αμερικανικό άρμα και να ξεκινήσει αργή πλην μεθοδική πορεία ευρωκεντρικότερης πορείας; Μήπως η εξωτερική πολιτική της χώρας πρέπει να αναζητήσει νέα ερείσματα και να γίνει πραγματικά πολυδιάστατη; Θα επαυξήσει την ισχύ της Ελλάδας η διατήρηση της εθνικής της φυσιογνωμίας ή θα μειωθεί αυτή δραστικά αν αυτουποβιβαστούμε σε μεταεθνικό μόρφωμα;

Τα ερωτήματα αυτά σήμερα κρίνονται σημαντικά, αύριο όμως θα είναι βασανιστικά. Και θα απαιτηθούν λύσεις. Το παρόν άρθρο περιορίζεται σε διάγνωση. Και περιγραφή της παθογένειας. Ορίστηκε επίσης το ζητούμενο. Σε επόμενο τεύχος θα προταθεί και αναλυθεί μια συνολική υψηλή στρατηγική, με βάθος 25ετίας. Σε όλες τις βασικές της πτυχές, με έμφαση στην ανάγκη για μια νέα εξωτερική πολιτική.

Σταύρος Καρκαλέτσης

Ιστορικός

www.karkaletsisstavros.blogspot.com

Βίντεο

Μόνιμα