Antistasi

Image result
του Παναγιώτη Κονδύλη

από το βιβλίο του «Θεωρία του Πολέμου», εκδ. Θεμέλιο

πόλεµος αποτελεί συνέχεια της πολιτικής υπό δύο θεµελιώδεις
έννοιες. Όταν ο όρoς «πολιτική» εκλαµβάνεται µε την
αντικειµενική του σηµασία, για να χαρακτηρίσει τη
διαµορφωµένη µέσα στον χρόνο ιστορικοκοινωνική φυσιογνωµία ενός
συλλογικού πολιτικού υποκειµένου, τότε o πόλεµος συνεχίζει την
πολιτική υπό την έννοια ότι αποτυπώνει εκ των πραγµάτων, και
ανεξάρτητα από τα τρέχοντα µελήµατα και βουλήµατα των δρώντων
προσώπων, τη φυσιογνωµία αυτή, την οποία µπορούµε να δούµε από
πολλές πλευρές και, ανάλογα, να την ονοµάσουµε πολιτισµική ή
κοινωνική ή γεωπολιτική κατάσταση, οικονοµικό ή στρατιωτικό
δυναµικό κ.τ.λ. Με την υποκειµενική της σηµασία, πάλι, η «πολιτική»
υποδηλώνει τους σκοπούς και τις βλέψεις συγκεκριµένων προσώπων µε
βαρύνοντα λόγο στα πολιτικά πράγµατα ενός συλλογικού υποκειµένου·
τότε ο πόλεµος συνεχίζει την πολιτική ως µέσο προς εκπλήρωση αυτών
των σκοπών και αυτών των βλέψεων. Στο επίπεδο αυτό τίθενται τα
προβλήµατα της λεγόµενης «υψηλής στρατηγικής», και το
σηµαντικότερο απ’ όλα τους µπορεί να διατυπωθεί ως εξής: κατά πόσο η
πολιτική µε την αντικειµενική έννοια του όρου επιτρέπει την
πραγµάτωση των σκοπών της πολιτικής µε την υποκειµενική έννοια του
όρου; Ή, πώς πρέπει να διαµορφωθούν οι σκοποί της υποκειµενικής
πολιτικής, ούτως ώστε ν’ αντιστοιχούν στα δεδοµένα της αντικειµενικής
πολιτικής; Ή, προς ποιά κατεύθυνση και σε ποιά έκταση πρέπει να
επηρεασθούν τα δεδοµένα της αντικειµενικής πολιτικής (αν µάλιστα
αυτά είναι δυσµενή) προκειµένου να υπηρετήσουν τους στόχους της
υποκειµενικής πολιτικής; Αν ως µέσο προς πραγµάτωση των σκοπών της
υποκειµενικής πολιτικής επιλεγεί -αδιάφορο αν εκούσια ή ακούσια,
δηλαδή για επιθετικούς ή αµυντικούς σκοπούς- ο πόλεµος, τότε τίθεται
ένα δεύτερο στρατηγικό ερώτηµα: µε ποιόν τρόπο πρέπει να διεξαχθεί ο
Ο
πόλεµος, ούτως ώστε ν’ αποδειχθεί πράγµατι κατάλληλο µέσο προς
πραγµάτωση των πολιτικών στόχων; Και πιο συγκεκριµένα: πόσο
ολοκληρωτική νίκη πρέπει να καταγάγει κανείς αν θέλει να πετύχει εξ
ολοκλήρου τους σκοπούς του; Γιατί, αν είναι προφανές ότι
ολοκληρωτικοί σκοποί (η πλήρης καθυπόταξη του αντιπάλου) απαιτούν
ολοκληρωτικές νίκες, όµως δεν είναι διόλου προφανές ότι οι
περιορισµένοι σκοποί (π.χ. η απλή υπεράσπιση των συνόρων)
επιτυγχάνονται παντού και πάντοτε µε περιορισµένες µόνον νίκες και
περιορισµένους µόνον πολέµους· συχνότατα απαιτείται καί στην
περίπτωση του περιορισµένου σκοπού νίκη τόσο ολοκληρωτική όσο καί
εάν ο σκοπός ήταν ολοκληρωτικός. Τότε, όπως γνωρίζουµε από τον
Clausewitz, η εσωτερική λογική του µέσου (του πολέµου) εκδιπλώνεται
αυτόνοµα και µέσα στην αιµατηρή της εκδίπλωση, υπερφαλαγγίζει τους
πολιτικούς σκοπούς. Αν τώρα κατέβουµε ακόµα ένα σκαλί στη
στρατηγική µας ανάλυση, αν δηλαδή στενέψουµε ακόµα περισσότερο
τον κύκλο της και θεωρήσουµε όχι πλέον τον πόλεµο ως µέσο της
πολιτικής, αλλά, προϋποθέτοντάς το αυτό, εξετάσουµε την επιτυχή
διεξαγωγή του πολέµου ως σκοπό καθ’ εαυτόν, τότε διαπιστώνουµε ότι,
όπως η πολιτική ως σκοπός συµµορφώνεται µε τη λογική του πολέµου
ως µέσου της, έτσι και ο πόλεµος ως σκοπός συµµορφώνεται µε τη
λογική των δικών του µέσων, δηλαδή της τεχνικής υφής των όπλων και
των οπλικών συστηµάτων, η οποία από µόνη της µπορεί να επιβάλει µιαν
στρατηγική απόφαση, π.χ. την απόφαση επιθετικής ή αµυντικής
διεξαγωγής του πολέµου.
Η λογική και εννοιολογική αυτή κλίµακα δεν είναι ούτε προϊόν ούτε
εργαλείο του σπουδαστηρίου. Είναι θεωρία ζωντανή και µεστή, δηλαδή
συνοψίζει αφαιρετικά τους παράγοντες που οφείλει απαραίτητα να λάβει
υπ’ όψιν του και να ιεραρχήσει κατά την εκάστοτε προτεραιότητά τους ο
υπεύθυνος πολιτικός, καθοδηγούµενος από την «λεπταισθησία της
κρίσης» του, όση διαθέτει. Και σε αντίθεση µε τις νοητικές κατασκευές
πλείστων όσων «θεωρητικών» και «φιλοσόφων», τις οποίες µπορεί να
παραλλάζει ή και να ανατρέπει κανείς επ’ άπειρον χωρίς να µεταβάλλει
τίποτε παραπάνω εκτός από τις µόδες που επικρατούν εναλλάξ σε
τέτοιους αιθεροβάµονες και λεξιλάγνους κύκλους, εδώ πρόκειται για
µεγέθη «ου παικτά», συνδεδεµένα µε βαρύνουσες και µη ανακλητές
αποφάσεις. Ο Poincare, ο µεγάλος Γάλλος µαθηµατικός, είπε κάποτε ότι
ο πόλεµος είναι πειραµατική επιστήµη στην οποία δεν είναι δυνατόν να
διεξαχθούν πειράµατα. Τα περιθώρια για πειραµατισµούς είναι ακόµα
στενότερα σε χώρες όπως η Ελλάδα που, αν δούµε τα πράγµατα έστω και
σε µεσοπρόθεσµη απλώς ιστορική προοπτική, περπατούν πάνω στην
κόψη του ξυραφιού. Το λυπηρό παράδοξο σε ακροσφαλείς ιστορικές
καταστάσεις συνοδευόµενες από διάχυτα παρακµιακά φαινόµενα είναι
ότι η στρατηγική σκέψη θολώνει τόσο περισσότερο, όσο εντονότερα τη
χρειάζεται ένα έθνος. Όπως ο βαριά άρρωστος δεν αναρωτιέται τί θα
κάµει σε δέκα χρόνια, αλλά αν θα βγάλει τη νύχτα, έτσι ο ιστορικά
ανίσχυρος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη µακρόπνοων συλλήψεων και
την προσήλωση στα άµεσα δεδοµένα – η διαφορά ανάµεσα σ’ όποιον
χαροπαλεύει βιολογικά και σ’ όποιον αποσυντίθεται ιστορικά είναι
βέβαια ότι η προσήλωση του πρώτου στα άµεσα δεδοµένα εµφανίζεται
ως προσπάθεια υπέρβασης ενός πόνου, ενώ του δεύτερου ως κοντόθωρη
ευδαιµονιστική επιδίωξη. Η τάση άρνησης ή απώθησης των
µακροπρόθεσµων παραγόντων και εξελίξεων, δηλαδή των δεδοµένων της
πολιτικής υπό την αντικειµενική έννοια του όρου, δυναµώνει όταν τα
δεδοµένα αυτά θίγουν νευραλγικά ψυχολογικά σηµεία, µε άλλα λόγια τις
εθνικές αυταρέσκειες και ψευδαισθήσεις. Υπό την επήρειά τους συνήθως
υπερτιµάται η σηµασία των τοµέων, στους οποίους υπερέχει πραγµατικά
ή φανταστικά η Ελλάδα (π .χ. θεωρείται ουσιώδες πολιτικό και ιστορικό
πλεονέκτηµα ότι η Ελλάδα είναι χώρα «ευρωπαϊκή» και «δηµοκρατική»,
ενώ η Τουρκία «οθωµανική», «βάρβαρη», «φασιστική» κ.τ.λ.), και
ταυτόχρονα η ισχύς ή οι επιτυχίες της άλλης πλευράς αποδίδονται κατά
σύστηµα στην εύνοια των Μεγάλων, στον ανθελληνισµό της ∆ύσης
κ.ο.κ. Τέτοια φαινόµενα είναι από πολλές απόψεις φυσιολογικά και
αναπόδραστα, ιδιαίτερα όταν δρούν οι µηχανισµοί της µαζικής
ψυχολογίας και της διαµόρφωσης συλλογικών ταυτοτήτων και δεν θα
ήσαν ούτε καν επικίνδυνα, αν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι η πολιτική
ηγεσία του τόπου, στο σύνολο και στη διαχρονική της συνέχεια,
σκεφτόταν και ενεργούσε µε βάση εντελώς διαφορετικές κατηγορίες καί
παραστάσεις. Όµως αυτό δεν συµβαίνει, επαρκώς τουλάχιστον. Την
σκέψη σε ιστορικές και στρατηγικές διαστάσεις την κατάπιε εντελώς
σχεδόν, µαζί µε όσα θα έπρεπε να τη στηρίζουν έµπρακτα, το πελατειακό
σύστηµα, το δούναι και λαβείν, το οποίο τελευταία, στο πλαίσιο του
ακάθεκτου εκσυγχρονισµού µας, έχει πάρει την πολιτισµένη ονοµασία
του «διαλόγου» – διαλόγου οπισθοβούλου, πολυδαιδάλου καί
πολυµήχανου, διαλόγου των πάντων µε τους πάντες περί των πάντων εις
πάντας τόπους και πάντας χρόνους. Όποιος δεν µετέχει σε τέτοιους
διάλογους και δεν υπόκειται στις σκοπιµότητές τους, έχει την ελευθερία –
και την υποχρέωση – να σταθµίσει στρατηγικά έναν ενδεχόµενο
ελληνοτουρκικό πόλεµο στο φως της εννοιολογικής κλίµακας που
αναπτύξαµε εισαγωγικά. Από τα µακροδεδοµένα της αντικειµενικής
πολιτικής θα πρέπει να περάσει στους σκοπούς της υποκειµενικής
πολιτικής, εξετάζοντας κατά πόσο και µε ποια µορφή µπορεί ο πόλεµος ν’
αποτελέσει µέσο για την πραγµάτωσή τους. Και θα πρέπει να θυµάται
πάντοτε ότι ο καθένας είναι τόσο σοβαρός ο ίδιος, όσο σοβαρό θεωρεί
τον εχθρό του και όσο σοβαρά τον αντιµετωπίζει. Οι ηθικολογίες είναι
ένας εύκολος τρόπος για να καθίσταται ο εχθρός αξιοπεριφρόνητος. Γι’
αυτό και δεν αποδεικνύουν τίποτε άλλο πέρα από την πολιτική
ελαφρότητα εκείνου που τις χρησιµοποιεί.
Ας συνοψίσουµε κατά σύµβαση τα µακροδεδοµένα της αντικειµενικής
πολιτικής µε τον όρο «γεωπολιτικό δυναµικό». Όπως θα δούµε αµέσως, ο
όρος αυτός έχει διάφορα επίπεδα γενικότητας, και στην ανάλυσή µας θα
ξεχωρίσουµε κατ’ αρχήν τρία. Αλλά σε κανένα απ’ αυτά το γεωπολιτικό
δυναµικό δεν ταυτίζεται µε τη γυµνή γεωγραφία, όπως έµοιαζε
τουλάχιστον να δέχεται µια παρωχηµένη πλέον αγγλοσαξονική και
γερµανική γεωπολιτική σκέψη, η οποία, θητεύοντας σ’ έναν γεωγραφικό
ντετερµινισµό, αντλούσε τις πολιτικές πράξεις και προοπτικές των
κρατών και των εθνών από τη γεωγραφική τους θέση. Η συµπλοκή των
δύο συνθετικών στον όρο «γεωπολιτική» δεν υποδηλώνει µιαν αναγκαία
αιτιώδη συνάφεια, δεν σηµαίνει ούτε ότι η πολιτική καθορίζει
οπωσδήποτε τη γεωγραφία (αν και µερικές φορές την επηρεάζει
ουσιαστικά, όπως όταν π.χ, διανοίγει τη διώρυγα του Σουέζ ή του
Παναµά) ούτε ότι η γεωγραφία καθορίζει οπωσδήποτε την πολιτική (αν
και εδώ η επιρροή µπορεί να είναι ουσιώδης, π.χ, νησιωτική θέση της
Μεγάλης Βρεταννίας). Σηµαίνει πολύ περισσότερο ότι η πολιτική δεν
µπορεί παρά να αναπτύσσεται σε στενή συνάφεια µε έναν συγκεκριµένο
γεωγραφικό χώρο, και στην Ιστορία εναπόκειται να αποφασίσει µε ποιάν
έννοια και ποιάν απόκλιση θα καταστεί αµφίδροµη η σχέση αυτή. Ώστε
στο ευρύτερο επίπεδο γενικότητας µπορούµε να ορίσουµε το
γεωπολιτικό δυναµικό ως την Ιστορικο-κοινωνική παρουσία ενός
συλλογικού υποκειµένου που µε την πολιτική και λοιπή δυναµική του
γεµίζει ορισµένο γεωγραφικό χώρο. Με αυτήν την έννοια, το
γεωπολιτικό δυναµικό της ελληνικής πλευράς αποτυπωνόταν κατά τον
19ο αι., και ίσαµε το σηµαδιακό έτος 1922, πολύ περισσότερο στο έθνος
παρά στο κράτος. Το έθνος ήταν κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος,
απλωνόταν από την Ουκρανία ως την Αίγυπτο κι από τις παρακαυκάσιες
χώρες ως τις ακµαίες παροικίες των Βαλκανίων και της κεντρικής και
δυτικής Ευρώπης. Το κράτος ζητούσε να επεκταθεί, για να κλείσει µέσα
του τουλάχιστον όσα τµήµατα του έθνους βρίσκονταν εκάστοτε στις
παρυφές του, και αυτό το κατόρθωσε, µετά την ένωση των Ιονίων
Νήσων, προ παντός µε τους Βαλκανικούς Πολέµους, φτάνοντας σε µιαν
ανεπανάληπτη κορύφωση το 1920. Έκτοτε αρχίζει η αντίστροφη
µέτρηση, που διαρκεί ως σήµερα. Το έθνος συνέπεσε εν τέλει µε το
κράτος όχι γιατί το κράτος διευρύνθηκε, αλλά γιατί το έθνος
ακρωτηριάσθηκε καί συρρικνώθηκε, γιατί αφανίσθηκε ή εκτοπίσθηκε ο
ελληνισµός της Ρωσσίας (µετά το 1919), της Μ. Ασίας (µετά το 1922),
των Βαλκανίων καί της Μέσης Ανατολής (ιδίως µετά το 1945).
Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισµού από την Κωνσταντινούπολη
(1955) καί την βόρειο Κύπρο (1974), ενώ σήµερα παρευρισκόµαστε
µάρτυρες της αποσύνθεσης καί της µαζικής φυγής του ελληνισµού της
Βορείου Ηπείρου. Πρόκειται για µιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών
καταστροφών µέσα σε διάστηµα ελάχιστο από ιστορική απόψη –
εβδοµήντα µόλις χρόνια. Και οι καταστροφές αυτές δεν επιδέχονται
αναπλήρωση ή αντιστάθµιση. Οι σηµερινές ελληνικές παροικίες των
Ηνωµένων Πολιτειών και της Αυστραλίας βρίσκονται τόσο µακριά και
µέσα σε κοινωνίες τόσο διαφορετικές, ώστε µάλλον χρειάζονται την
ενίσχυση του ελληνικού κράτους προκειµένου να διατηρούν δεσµούς
µαζί του παρά είναι οι ίδιες σε θέση να του δώσουν ουσιαστική υλική
ενίσχυση ή πνευµατική ώθηση. Οι εργατοϋπάλληλοι του Σίδνεϋ δεν είναι
οι Μπενάκηδες και οι Καβάφηδες της Αλεξάνδρειας, ούτε µπόρεσαν
ποτέ οι λεγόµενοι Ελληνοαµερικανοί να ασκήσουν στην τωρινή πατρίδα
τους καθοριστική επιρροή υπέρ των συµφερόντων του ελληνικού
κράτους και έθνους. Ας κλείσουµε αυτή την άκρως συνοπτική
ανασκόπηση µε τη θλιβερότερη ίσως διαπίστωση. Το ελληνικό κράτος
δεν στάθηκε σε καµµία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσµατικά τον
ευρύτερο ελληνισµό και να αναστείλει τη συρρίκνωση ή τον αφανισµό
του. Απεναντίας µάλιστα, το 1974 την καταστροφή την προκάλεσε,
άµεσα τουλάχιστον, η ολέθρια πραξικοπηµατική ενέργεια που προήλθε
από τη µητροπολιτική Ελλάδα. Και αν αυτά τα έκαµαν οι δικτάτορες, οι
κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις σίγουρα δεν έχουν λόγους να είναι
υπερήφανες για τη χλιαρή έως ανύπαρκτη αντίδρασή τους απέναντι στον
ξερριζωµό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιµβρου και της
Τενέδου. Η αποδεδειγµένη ανικανότητα του ελληνικού κράτους να
υπερασπίσει το ελληνικό έθνος – δηλαδή να επιτελέσει την κατ’ εξοχήν
αποστολή του – συνιστά τον ανησυχητικότερο οιωνό για το µέλλον. Γιατί
ήδη το ελληνικό κράτος βαθµηδόν φανερώνεται ανήµπορο να
προστατεύσει ακόµα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του.
Ενώ το ελληνικό έθνος συρρικνωνόταν ακατάπαυστα για να συµπέσει µε
ένα κράτος, του οποίου τα σύνορα είχαν ουσιαστικά διαµορφωθεί ήδη
από το 1913, η Τουρκία διήνυσε τον αντίθετο ακριβώς δρόµο: τα σύνορα
του οθωµανικού κράτους συρρικνώθηκαν για να συµπέσουν λίγο-πολύ,
την επαύριο του Πρώτου Παγκοσµίου Πολέµου, µε τα σύνορα, µέσα στα
όποια όφειλε να ζήσει στο έξης το τουρκικό έθνος. Χάρη στη µεγάλη
προσωπικότητα του Κεµάλ, η απότοµη και οδυνηρή αυτή µετάβαση όχι
µόνο δεν συνεπέφερε τον πολιτικό κατακερµατισµό, αλλά απεναντίας
συνδέθηκε µ’ ένα µεταρρυθµιστικό έργο, µ’ ένα νέο αίσθηµα ανάτασης
καί µε µια νέα συλλογική µυθολογία, απ’ όπου η Τουρκία µπορεί ν’
αντλεί άµεσα ακόµα και σήµερα, πάνω από µισόν αιώνα αργότερα. Από
την άλλη µεριά, παρέµειναν ενεργά ζωτικά κατάλοιπα οθωµανισµού,
διάχυτα και από καιρό σε καιρό πιεστικά ρεύµατα µουσουλµανικού
λαϊκισµού, προβλήµατα µειονοτήτων, ανισοµέρειες περιφερειακές καί
αγκυλώσεις κοινωνικές – και όλα αυτά συνιστούσαν και συνιστούν ένα
αντιφατικό πλέγµα. Θα ήταν όµως µεγάλο λάθος να θεωρήσει κανείς τις
εσωτερικές αντιφάσεις και διαµάχες, που σηµαδεύουν βαθιά το τουρκικό
έθνος, ως παράγοντα µε αναγκαστικά αρνητική επίδραση πάνω στο
γεωπολιτικό του δυναµικό. Ο Machiavelli, που ασφαλώς κάτι εγνώριζε
από πολιτική, υπογράµµιζε ότι την αδιάκοπη επέκταση της Ρώµης προς
τα έξω την προκαλούσαν οι συνεχείς διενέξεις µεταξύ πληβείων και
πατρικίων στο εσωτερικό, ακριβώς δηλαδή ό,τι θα µπορούσε να
θεωρηθεί η αγιάτρευτη πληγή της πόλης. Ώστε οι εσωτερικές τριβές και
αντιφάσεις σε ορισµένες τουλάχιστον περιπτώσεις θέτουν σε κίνηση µια
χειµαρρώδη επεκτατική ορµή. Αν αυτό γίνει πράγµατι, τότε ό,τι στα
προκατειληµµένα µάτια των «εκσυγχρονισµένων» και «πολιτισµένων»
«δηµοκρατών» εµφανίζεται ως «υπανάπτυξη» καί άρνηση της
«κοινωνίας των πολιτών», µεταβάλλεται σε ιδεώδες µίγµα για την
άσκηση επιθετικής εξωτερικής πολιτικής µε όλα τα µέσα. Μάζες
µισοχορτασµένων ή µισοπεινασµένων, ικανών να φανατισθούν και να
πεθάνουν, ζυµωµένων ακόµα µε τις πατριαρχικές αξίες – µάζες τέτοιες,
καθοδηγούµενες από ξεσκολισµένες, µακροπρόθεσµα και ψυχρά
σκεπτόµενες διπλωµατικές και στρατιωτικές ελίτ, αποτελούν όργανο
επέκτασης πολύ προσφυέστερο από ένα πλαδαρό κοινωνικό σώµα
αιωρούµενο γύρω από τον µέσο όρο µιας γενικής ευηµερίας, όπου
ύψιστη αποστολή της πολιτικής ηγεσίας είναι ακριβώς να εγγυάται τη
διατήρηση αυτού του µέσου όρου και αυτής της πλαδαρότητας. Σε σχέση
µε τη σηµερινή Τουρκία, είναι πρακτικά αδιάφορο σε ποιο χωνευτήρι θα
συντηχθούν οι αντιφάσεις, σε ποια κοίτη θα µπούν και µε ποια πρόσηµα
θα προβάλουν, αν δηλαδή θα πάρουν µάλλον ισλαµική, µάλλον
στρατιωτικοκεµαλική ή µάλλον οικονοµικοπολιτική («δυτική») χροιά.
Μπροστά στην επεκτατική εκδίπλωση του γεωπολιτικού δυναµικού όλα
αυτά είναι επιφανειακά και συµβεβηκότα, πολύ περισσότερο γιατί, όποια
ελίτ κι αν πάρει στα χέρια της µακροπρόθεσµα τα ηνία, για να
προσελκύσει κατά το δυνατόν ευρύτερες µάζες θα καταφύγει σ’ έναν
ελαστικό ιδεολογικό εκλεκτισµό. Οι «κεµαλιστές» στρατιωτικοί, oι
οποίοι το 1997 καταπολεµούν τον «ισλαµισµό» φοβούµενοι ότι δεν
µπορούν πλέον να τον ελέγξουν, ενθάρρυναν µετά το πραξικόπηµα του
1980 µετριοπαθείς θρησκευτικές τάσεις θέλοντας να τίς
χρησιµοποιήσουν ως αντίβαρο εναντίον του αριστερού ριζοσπαστισµού·
το ίδιο έκανε κι ο πρωθυπουργός Οζάλ λίγο αργότερα, παρά τον κατά τα
αλλά φιλελεύθερο-οικονοµιστικό προσανατολισµό του.
Γενικά, οι εσωτερικές αντιφάσεις επιδρούν παραλυτικά στους
ανίσχυρους , ενώ αποδεσµεύουν επεκτατικές δυνάµεις σε όσους έχουν εκ
των πραγµάτων ένα τέτοιο γεωπολιτικό δυναµικό, ώστε δεν τους
αποµένει παρά το άλµα ή η φυγή προς τα εµπρός. Με άλλα λόγια: τα
βαθύτερα στρώµατα της ιστορικής και κοινωνικής ύπαρξης ενός
συλλογικού υποκειµένου προσδιορίζουν το πώς θα λειτουργήσουν oι
εσωτερικές του αντιφάσεις. Στη σηµερινή Τουρκία δρούν αχαλίνωτες
στοιχειακές δυνάµεις, που ωθούν τις εσωτερικές αντιφάσεις προς την
επέκταση. Και πρώτη ανάµεσά τους είναι η πληθυσµιακή έκρηξη, της
οποίας τα βασικά δεδοµένα θα συγκεφαλαιώσουµε στη διαχρονική τους
εξέλιξη και σε αντιπαράθεση µε τα αντίστοιχα ελληνικά. Λίγο µετά την
εγκατάσταση της Τουρκίας και της Ελλάδας στα σηµερινά τους περίπου
σύνορα και επίσης µετά την ανταλλαγή των πληθυσµών η Ελλάδα είχε
6.200.000 κατοίκους (απογραφή 1928) και η Τουρκία 13.600.000
(απογραφή 1927), ήτοι πάνω-κάτω τους διπλάσιους. Μόλις σε διάστηµα
µιας γενεάς η διαφορά αυτή διπλασιάστηκε: η Ελλάδα είχε πληθυσµό
8.400.000 κατοίκων (απογραφή 1961) και η Τουρκία 31.100.000
(απογραφή 1964), ήτοι σχεδόν τετραπλάσιο. Μετά από µίαν ακόµη γενεά
η Ελλάδα έχει πληθυσµό 10.200.000 (απογραφή 1991), ενώ η Τουρκία
έχει ξεπεράσει τα 62.000.000: η διαφορά έχει περάσει το εξαπλάσιο, και
ακόµα κρισιµότερη είναι η διαφορά των ρυθµών της αύξησης. Ενώ στην
Ελλάδα η δηµογραφική απίσχνανση καθίσταται ενδηµικό φαινόµενο µε
ήδη αισθητές συνέπειες για την οικονοµία και την άµυνα, στην Τουρκία
ο πληθυσµός αυξάνεται τουλάχιστον κατά 2% τον χρόνο (το 1993 π.χ. oι
γεννήσεις ήσαν το 2,7% επί του συνόλου και οι θάνατοι το 0,7%. Έτσι,
από τους 56.500.000 κατοίκους της απογραφής του 1990 φτάσαµε στους
σηµερινούς 61-62.000.000). Αυτό σηµαίνει ότι κάθε χρόνο προστίθενται
πάνω από 1.000.000 άνθρωποι στο ενεργητικό της χώρας – µια ολόκληρη
Ελλάδα κάθε 7-8 χρόνια! Γύρω στο 2020 η Τουρκία θα έχει φτάσει ή και
ξεπεράσει τα 100.000.000, δηλαδή το σηµερινό εξαπλάσιο θα έχει γίνει
δεκαπλάσιο, ενώ παράλληλα η Ελλάδα, έχοντας µετατραπεί εν τω µεταξύ
πλήρως σε χώρα ηλικιωµένων, θα δέχεται ισχυρότατη δηµογραφική
πίεση και από µίαν άλλη, όχι οπωσδήποτε φιλική πλευρά. Ο αλβανικός
πληθυσµός, ο οποίος σήµερα αριθµεί συνολικά σχεδόν 6.000.000 στην
Αλβανία, στο Κοσσυφοπέδιο, στο Μαυροβούνιο και στην πρώην
∆ηµοκρατία της Μακεδονίας, θα έχει γίνει τουλάχιστον ισάριθµος µε τον
ελληνικό πληθυσµό· η Αλβανία είναι άλλωστε η µόνη ευρωπαϊκή χώρα,
της οποίας ο πληθυσµός µεταπολεµικά σχεδόν τριπλασιάστηκε,
περνώντας από 1.250.000 το 1945 σε 3.400.000 σήµερα.
Θα ήταν, εννοείται, ιστορικά και κοινωνιολογικά αβάσιµο να δεχθεί
κανείς µιαν ευθύγραµµη αιτιώδη σχέση ανάµεσα σε πληθυσµιακή έκρηξη
και σε επεκτατική επιδίωξη µε την απτή στρατιωτική σηµασία του όρου.
Όµως εξ ίσου επιπόλαιο θα ήταν να παραβλέψει το πλέγµα των
παραγόντων που γεννιούνται ή ενεργοποιούνται υπό τίς συνθήκες αυτές.
Μετά τις παλαιότερες αναλύσεις του Colin Clark και τις νεότερες
έρευνες για τη σχέση δηµογραφικών εξελίξεων και βιοµηχανικής
επανάστασης στον 18ο καί 19ο αι., δεν θα πούµε βέβαια τίποτε
καινούργιο αν υποµνήσουµε σε ποιο βαθµό η πληθυσµιακή πίεση
συντείνει στο take off της εκβιοµηχάνισης καί της οικονοµικής
ανάπτυξης γενικότερα. Στην περίπτωση της συγκαιρινής µας Τουρκίας,
τουλάχιστον, η γενική αυτή αρχή επιβεβαιώνεται παραδειγµατικά.
Ανάµεσα στο 1980 και στο 1993 ο µέσος ετήσιος ρυθµός αύξησης του
εγχωρίου προϊόντος ήταν 4,6% (υπερδιπλάσιος από τον µέσο ετήσιο ορό
αύξησης του πληθυσµού), ενώ για το 1997 θα φτάσει το 8% (από τα
υψηλότερα στον κόσµο), όπου η βιοµηχανία συµµετέχει µε αύξηση πάνω
από 11%· στη συνολική διαµόρφωση του εθνικού προϊόντος η τουρκική
βιοµηχανία συµβάλλει πλέον µε ποσοστό άνω του ενός τρίτου, ενώ στην
Ελλάδα µόλις κατά το ένα τέταρτο. Είναι πρόδηλο σε ποιάν έκταση
αυξάνονται παράλληλα οι ενεργειακές ανάγκες, που µόνον προσωρινά
ικανοποιούνται µε έργα όπως το Φράγµα Ατατούρκ και που σύντοµα θα
ωθήσουν στην επιδιωκόµενη από καιρό απόκτηση ατοµικών
αντιδραστήρων µε όχι αµελητέες στρατιωτικές συνέπειες. Αλλά ας
αφήσουµε στην άκρη τα ποσοτικά µεγέθη, για να επισηµάνουµε τους
ποιοτικούς συντελεστές, την ειδική εκείνη ατµόσφαιρα, ανησυχία,
κινητικότητα και ερεθιστικότητα που δηµιουργείται εκ των πραγµάτων
µέσα σε µια κοινωνία, πάνω από τα µισά µέλη της οποίας είναι νεώτερα
των 25 ετών. Αυτή η πληθώρα διάχυτης και ακαταστάλαχτης ανθρώπινης
ενέργειας ζητά να διοχετευθεί, και µπορούµε να είµαστε βέβαιοι ότι,
πέρα από ή και παράλληλα µε τη στενά εννοούµενη οικονοµική
δραστηριότητα, θα διοχετευθεί σε δραστηριότητες συναπτόµενες άµεσα
ή έµµεσα µε τον προσδιορισµό και την έµπρακτη προάσπιση της
τουρκικής ταυτότητας και της θέσης της µέσα στον κόσµο. Μόνον εκεί
όπου κοχλάζει νεανικό αίµα γεννιούνται ιδέες ικανές να κινητοποιήσουν
µάζες, όσο «πρωτόγονες» κι αν φαίνονται οι ιδέες αυτές στα µάτια
δηµογραφικά φθινόντων γειτόνων εκλεπτυσµένων από την ξαφνική
ευζωία ή διανοουµένων που εξ επαγγέλµατος παράγουν ιδεολογίες του
ειρηνιστικού ευδαιµονισµού υπό τις διαφορετικότερες µορφές. ∆εν
υπάρχει αµφιβολία ότι η διαδικασία αυτή είναι και θα παραµείνει πηγή
εσωτερικών αντιφάσεων καί συγκρούσεων, ότι δηλαδή στο προβλεπτό
µέλλον η Τουρκία θα συνεχίζει να συγκλονίζεται από µιαν διαρκή
εσωτερική αναταραχή. Αλλά είπαµε ήδη πώς θα λειτουργήσουν κατά
πάσαν πιθανότητα οι αντιφάσεις και οι ταραχές αυτές προς τα έξω, και η
θέση µας επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όλες οι συγκρουόµενες
πλευρές, καθώς ανατιµάται συνεχώς το γεωπολιτικό δυναµικό της χώρας,
συγκλίνουν σε µιαν κοινή αντίληψη περί τουρκικής αποστολής και
τουρκικού µεγαλείου, οπότε η σύγκρουσή τους αναφέρεται στο ερώτηµα:
κάτω από ποια σηµαία (ταυτότητα) εξυπηρετείται καλύτερα αυτή η
αποστολή και ποιος είναι ο καταλληλότερος να την κρατήσει ψηλά;
Μέσα στη διελκυστίνδα αυτή, στη µιαν άκρη της οποίας βρίσκεται ο
εθνικιστικός κοινός παρονοµαστής και στην άλλη η διαµάχη για την
άρθρωση και την εκπροσώπησή του, και πάνω στο έδαφος των
κοινωνικών παρενεργειών της πληθυσµιακής έκρηξης και των
συνακόλουθων οικονοµικών µετασχηµατισµών συντελείται η
υπερεκχείλιση του γεωπολιτικού δυναµικού αναζητώντας διεξόδους σε
ευρύτερους χώρους. Αυτή ακριβώς είναι η κρίσιµη Ιστορική διαφορά
ανάµεσα στη σηµερινή Ελλάδα και στη σηµερινή Τουρκία. Η πρώτη, αφ’
ότου το έθνος συνέπεσε ουσιαστικά µε το κράτος, δεν έχει ζωτικούς
ιστορικούς και πολιτικούς στόχους έξω από τα σύνορά της, της λείπει
δηλαδή ακριβώς ό,τι κρατά ένα συλλογικό πολιτικό υποκείµενο σε
ένταση καί εγρήγορση υποχρεώνοντάς το να υπερβαίνει αδιάκοπα τον
εαυτό του (όπως π.χ. έγινε στους Βαλκανικούς Πολέµους). Τέτοιοι
στόχοι δεν είναι ούτε οι µάχες οπισθοφυλακής για το Κυπριακό, όπου
συχνότατα η ανάγκη µετατρέπεται σε φιλοτιµία, ούτε η «Ευρωπαϊκή
ένταξη», η οποία στην ουσία της δεν είναι παρά η διαφοροτρόπως
καρυκευµένη και µεταµφιεσµένη επιθυµία άλλοι να µας ταΐζουν και
άλλοι να φυλάνε τα σύνορά µας. Ακριβέστερα: αυτά όλα θα µπορούσαν
ν’ αποτελούν επί µέρους εθνικές επιδιώξεις υπό την προϋπόθεση ενός
σφύζοντος γεωπολιτικού δυναµικού· υπό τις συνθήκες της γεωπολιτικής
συρρίκνωσης είναι απλά υποκατάστατα και κατά µέγα µέρος σκιαµαχίες.
Και ενώ οι ελληνικοί εθνικοί στόχοι έχουν de facto περιορισθεί σε µια
παθητική αυτοσυντήρηση, όπου διάφορες ρητορικές εξάρσεις
εκπληρώνουν την ψυχολογική λειτουργία της υπεραναπλήρωσης, η
Τουρκία – ανισοµερής, αντιφατική, εν πολλοίς άµορφη ακόµα, αλλά µε
ακµαίες πηγές στοιχειακής γεωπολιτικής ενέργειας – κοιτάζει αδιάκοπα
πέρα από τα σύνορά της µέσα σε ευρύτατους χώρους, προς τους οποίους
την ωθούν πολύ νωπές καί ενεργές ηγεµονικές µνήµες καθώς καί
ζωντανές ακόµα φυλετικές, γλωσσικές καί ιστορικές συγγένειες.
Ανάµεσα στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν καί στο άµεσο παρόν µπορούν
έτσι να στηθούν εύκολα γέφυρες, ενώ η ελληνική παράδοση χρειάζεται
πολύ περισσότερες τονωτικές ενέσεις και διασταλτικές ερµηνείες για να
στηρίξει σηµερινά χειροπιαστά πολιτικά desiderata. Αυτό βέβαια δεν το
ξέρουµε εµείς, όµως το βλέπουν πολλοί άλλοι.
Οι ευρύτεροι χώροι, µέσα στους οποίους εκδιπλώνει ένα έθνος την
πρωτογενή του ενέργεια µε ποικίλους (οικονοµικούς, πολιτισµικούς,
στρατιωτικούς κ.τ.λ.) τρόπους, αλλά πάντα σε συνάφεια µε υπέρτερους
πολιτικούς σκοπούς, συνιστούν το γεωπολιτικό του δυναµικό κατά µια
δεύτερη έννοια, στενότερη από την πρώτη και συνάµα τεµνόµενη µαζί
της. Οι χώροι αυτοί προφανώς δεν επιλέγονται αυθαίρετα, αλλά
συναρτώνται µε το βεληνεκές της πρωτογενούς ενέργειας του έθνους, µε
τη γεωγραφία και µε τα Ιστορικά προηγούµενα. Συναρτώνται επίσης µε
τις κινήσεις εχθρικών δυνάµεων, οπότε ένας χώρος, ο οποίος καθ’ εαυτόν
ελάχιστα ενδιέφερε τη µια πλευρά, έρχεται στο επίκεντρο της προσοχής
της επειδή σ’ αυτόν διεισδύει ήδη η αντίπαλη. Στην περίπτωση µικρών ή
µεσαίων ∆υνάµεων το γεωπολιτικό τους δυναµικό, µε τη δεύτερη αυτή
έννοια, έχει ουσιώδη σηµασία ως προς τον προσδιορισµό των σχέσεών
τους µε πλανητικές ∆υνάµεις, οι οποίες αναζητούν περιφερειακούς
δορυφόρους, τοποτηρητές ή εταίρους. Έµµεσα, έτσι, η µικρή ή µεσαία
∆ύναµη γίνεται παράγοντας της πλανητικής πολιτικής και, ανεξάρτητα
από την πρωτογενή της ενέργεια, το γεωπολιτικό της δυναµικό
αυξοµειώνεται ανάλογα µε την πλανητική σπουδαιότητα του ευρύτερου
χώρου όπου εκδιπλώνει την ενέργεια αυτή. Από την άποψη αυτή η
Τουρκία διαθέτει αξιολογότατα πλεονεκτήµατα απέναντι στην Ελλάδα, η
οποία γεωπολιτικά δεν παρουσιάζει, ιδίως µετά τον τερµατισµό του
Ψυχρού Πολέµου, ζωτικό ενδιαφέρον για καµµιά υφιστάµενη ή
ανερχόµενη πλανητική ∆ύναµη. Για ποικίλους λόγους, που έχω εκθέσει
άλλου, η Κεντρική Ασία (συµπεριλαµβανοµένης της Καυκάσιας καί της
Κασπίας) και η Σιβηρία θα διαδραµατίσουν κρίσιµο ρόλο στις
πλανητικές εξελίξεις του 21ου αιώνα. Όπως φαίνεται, οι Ηνωµένες
Πολιτείες το αντιλήφθηκαν αυτό σχετικά γρήγορα, και αντίστοιχη
σηµασία αποδίδουν στην Τουρκία ως χώρα µε Ιστορικές και πάντα λίγο-
πολύ ζωντανές ρίζες στην αχανή τούτη έκταση. Η πρόσφατη προσέγγιση
Τουρκίας και Ισραήλ υπό αµερικανική αιγίδα δείχνει σε πόσο
µακροπρόθεσµα πλαίσια εντάσσουν οι Αµερικανοί τη στρατηγική
αξιοποίηση της Τουρκίας – το ίδιο υποδηλώνει και η εκχώρηση του
βορείου Ιράκ στην επιχειρησιακή διάκριση των τουρκικών ενόπλων
δυνάµεων. Όπως πιστεύω, η ένταση µεταξύ «ισλαµιστών» και
«κεµαλικών» στρατιωτικών κατά το πρώτο εξάµηνο του 1997 κατά
βάθος δεν οφειλόταν τόσο σε καίρια ζητήµατα εσωτερικής πολιτικής,
όσο στο ερώτηµα αν η Τουρκία οφείλει στις προσεχείς δεκαετίες να
συνδέσει τις δικές της γεωπολιτικές και στρατηγικές επιδιώξεις µε τις
αµερικανικές ή όχι. Οι στρατιωτικοί πιστεύουν – και από τουρκική
σκοπιά έχουν, βραχυπρόθεσµα τουλάχιστον, δίκιο – ότι η στενή σχέση µε
τίς Ηνωµένες Πολιτείες είναι απείρως σπουδαιότερη από την
προνοµιακή, αλλά ολίγα υποσχόµενη σύσφιγξη των δεσµών µε το
Πακιστάν, την Ινδονησία ή τη Λιβύη λ.χ.· βλέπουν επίσης ότι η
αµερικανική στήριξη µπορεί να χρησιµεύσει όχι µόνον στην Καυκάσια
καί στην Κεντρική Ασία, αλλά επί πλέον στο Αιγαίο και στα Βαλκάνια,
όπου οι Αµερικανοί ναι µεν δεν έχουν συµφέροντα τόσο ζωτικά όσο στην
Ανατολή, διαθέτουν όµως πάντοτε την εξουσία του λυείν και δεσµείν,του
βοµβαρδίζειν και του ειρηνοποιείν. Η ιστορική και πολιτική ανάλυση
µπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να διαπιστώνει ρεύµατα καί
κινητήριες δυνάµεις· δεν είναι σε θέση να προβλέπει γεγονότα. Κανείς
δεν γνωρίζει σήµερα µε πλήρη βεβαιότητα αν µετά από κάµποσα χρόνια
η προσπάθεια πλείστων όσων Τούρκων διπλωµατών, στρατιωτικών καί
επιχειρηµατιών να συνδέσουν τη γεωπολιτική εκδίπλωση της χώρας τους
µε τους στόχους της πλανητικής στρατηγικής των Ηνωµένων Πολιτειών
θα ευδοκιµήσει ή θα έχει την τύχη του καθεστώτος του σάχη στην
Περσία. Κανείς δεν γνωρίζει αν οι ίδιες οι Ηνωµένες Πολιτείες θα έχουν
τη βούληση και την Ισχύ να εµµείνουν στους τωρινούς στρατηγικούς
τους στόχους σε πλανητικό επίπεδο. Και κανείς δεν γνωρίζει µήπως
συµβεί ό,τι σήµερα φαίνεται δύσκολο ή αδιανόητο: µήπως δηλαδή ακόµα
και µια «ισλαµική» Τουρκία επιλέξει τη σύµπλευση µε τις Ηνωµένες
Πολιτείες ως την πιο συµφέρουσα λύση, αφού η ιστορική εµπειρία
διδάσκει ότι η εξωτερική πολιτική έχει τη δική της λογική, που επιβιώνει
των καθεστώτων και των πολιτευµάτων. Όποια τροπή και να πάρουν τα
πράγµατα, σε καµµία περίπτωση η Τουρκία δεν συµπορεύεται στη
παρούσα φάση ούτε θα συµπορευθεί στο µέλλον µε τίς Ηνωµένες
Πολιτείες ως άβουλος εντολοδόχος τους. Ακόµα και αν αναλαµβάνει
ρόλο περιφερειακού τοποτηρητή, το κάνει για να προωθήσει δικές της
θέσεις και δικά της συµφέροντα, για να έχει πρόσβαση στην
υπερσύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία και για να βρίσκεται κοντά σε
κέντρα λήψεως κρίσιµων αποφάσεων. Άλλωστε δεν θα είναι αυτή η
πρώτη φορά στην ιστορία όπου µια µικρή ή µεσαία ∆ύναµη εργάζεται
για τα δικά της σχέδια από τη θέση του τοποτηρητή µιας Μεγάλης
∆ύναµης – κάτω από τα φτερά της, όχι όµως δίχως δικά της φτερά. Όταν
ο µόνος Έλληνας πολιτικός ολκής, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ζητούσε να
συνταχθεί η Ελλάδα µε κάθε θυσία, ακόµα και µε αντίτιµο τον εµφύλιο
πόλεµο, στο πλευρό των ∆υτικών ∆υνάµεων, το έκανε γιατί διέβλεπε ότι
η χώρα µόνον ως τοποτηρητής τους µετά τη νίκη τους θα ήταν σε θέση
να πραγµατώσει τα µείζονα εθνικά της όνειρα. Και δεν δίστασε να
µετατρέψει τον ελληνικό στρατό ακόµα και σε µισθοφόρους των
Αγγλογάλλων (π.χ. στην Ουκρανία) προκειµένου να πάρει ως
αντάλλαγµα την Ελλάδα των δύο ηπείρων καί των πέντε θαλασσών.
Τέτοιες αποφάσεις δεν τίς υπαγόρευε η εθελοδουλεία, αλλά η πολιτική
Ιδιοφυΐα και το πολιτικό µεγαλείο, το ένστικτο του µεγάλου παίκτη στο
µεγάλο παιγνίδι της πολιτικής. Βεβαίως, οι ιδιότητες αυτές δεν έχουν
εθνικότητα και φυλή, και η τουρκική εθνική ηγεσία θα τις χρειασθεί κι
αυτή σε υψηλό βαθµό, αν µπει στον δρόµο της γεωπολιτικής εκδίπλωσης
ως ιδιόβουλος τοποτηρητής του παγκόσµιου ηγεµόνα – διατρέχοντας
πάντοτε τον κίνδυνο να πάθει ό,τι έπαθε και η Ελλάδα µετά το 1920.
Πράγµατι, ο µεγαλύτερος µελλοντικός κίνδυνος για την Τουρκία – και η
µεγαλύτερη, αν όχι η µοναδική ελπίδα για την Ελλάδα – έγκειται στο
ενδεχόµενο της ανάδυσης ∆υνάµεων ικανών να συναγωνισθούν την
αµερικανο-τουρκική επιρροή τόσο στον Καύκασο και στην Κεντρική
Ασία όσο και στα Βαλκάνια. Μονάχα µια ισχυρή εθνικιστική και
επεκτατική Ρωσσία θα µπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγµό των
τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια (όπου θα αναζωπυρώνονταν οι
παλαιοί ρωσσικοί δεσµοί µε τη Σερβία και τη Βουλγαρία) και στην
Ανατολή (όπου επίσης θα ενεργοποιούνταν ο παλαιός αντιτουρκικός
άξονας Ρωσσίας καί Ιράν). Είναι άγνωστο αν αυτό το ενδεχόµενο θα
επισυµβεί ή αν η Ρωσσία θα τελµατωθεί µακρόχρονα. Πάντως µια
«φιλελευθεροποίησή» της µε την έννοια της προσαρµογής της στα
αµερικανικά πρότυπα και στις αµερικανικές επιθυµίες πιθανότατα θα
σήµαινε την αποθράσυνση της Τουρκίας και τη χαριστική βολή για την
ουσιαστική, αν όχι και για την τυπική ανεξαρτησία της Ελλάδας. Όσοι
σκέφτονται φιλελεύθερα και οικονοµιστικά ασφαλώς θα δυσκολευθούν
πολύ να το καταλάβουν αυτό, όµως είναι αλήθεια. Μια Ρωσσία που θα
έµπαινε βαθµηδόν στο πετσί της παλιάς Σοβιετικής Ένωσης – αυτό είναι
το πραγµατικό φόβητρο της Τουρκίας, και όχι αντίπαλοι όπως οι
δύσµοιροι Κούρδοι, που σε καµµιά στιγµή δεν απείλησαν ούτε κατ’
ελάχιστο τον τουρκικό στρατό, µάλλον του χρησιµεύουν για να κάνει τις
πολεµικές του ασκήσεις και να παραµένει εµπειροπόλεµος.
Περνάµε τώρα στην τρίτη καί στενότερη έννοια του γεωπολιτικού
δυναµικού, η οποία είναι αµεσότερα συνδεδεµένη µε γεωγραφικά
δεδοµένα καί πρέπει να αναλύεται συγκριτικά, γιατί η γεωγραφία δίνει
πλεονεκτήµατα καί µειονεκτήµατα µονάχα σε σχέση µε κάποιον άλλον,
και ό,τι είναι από τη µια άποψη πλεονέκτηµα µπορεί από άλλη να
συνιστά µειονέκτηµα ή αντίστροφα· ο ηπειρωτικός όγκος της Ρωσσίας
στάθηκε µοιραίος για τον Ναπολέοντα καί τον Hitler, της στέρησε όµως
τις άµεσες προσβάσεις προς τις θερµές θάλασσες. Η συγκριτική ανάλυση
του γεωπολιτικού δυναµικού της Ελλάδας και της Τουρκίας µ’ αυτήν τη
στενότερη έννοια συνδέεται ιδιαίτερα µε το πρόβληµα της πιθανής
στρατηγικής φυσιογνωµίας ενός ελληνοτουρκικού πολέµου στο προσεχές
ή απώτερο µέλλον. Ας πιάσουµε το νήµα του προβλήµατος φέρνοντας
στον νου µας το µοιραίο δίληµµα, στο όποιο ενεπλάκη η ελληνική
πλευρά κατά τη µικρασιατική εκστρατεία: για να κρατηθεί η Σµύρνη
έπρεπε να καταληφθεί η Άγκυρα – καί πάλι χωρίς µεγαλύτερη
βεβαιότητα τελικής νίκης απ’ όσην είχε ο Ναπολέων καταλαµβάνοντας
την Μόσχα. Αυτό σηµαίνει: το βάθος του χώρου κατάπιε τον ελληνικό
στρατό, έστω κι αν δεν πολεµούσε σε τόπο ολότελα ξένο. Από τότε
άλλαξαν φυσικά πολλά πράγµατα, και θα δούµε ως προς τι· όµως δεν
άλλαξαν τόσο απόλυτα, ώστε η κατανοµή και το βάθος του χώρου να µη
βαραίνουν καθόλου στην πλάστιγγα, προ παντός όταν η έκβαση του
πολέµου πρόκειται να κρίνει την τύχη (και) εδαφικών διεκδικήσεων. Το
στοιχειώδες και συνάµα καθοριστικό γεωγραφικό δεδοµένο είναι διττό.
Αφ’ ενός η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την
ελληνική, αφ’ έτερου συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου (δηλαδή µε εξαίρεση
το µικρό ευρωπαϊκό τµήµα της Τουρκίας) χώρο συµπαγή και ολότµητο,
ενώ ο ελληνικός χώρος (και µάλιστα η κρίσιµη ως θέατρο πολέµου
περιοχή ολόκληρου του Αιγαίου καθώς και η βόρεια Ελλάδα από τον
Έβρο µέχρι τη Θεσσαλονίκη) αποτελείται από κατεσπαρµένα και
µεµονωµένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό
πλεονέκτηµα που δίνει η τέτοια κατανοµή του χώρου στην τουρκική
πλευρά είναι προφανές. Ο κατακερµατισµένος ελληνικός χώρος µπορεί
να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τµήµατα, ακόµα και πολύ µικρά· ο
εχθρός δεν είναι υποχρεωµένος να εµπλακεί στην πολεµική περιπέτεια
κατάληψης ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας προκειµένου ν’
αποσπάσει ένα τµήµα της, όποιο θέλει ή εν πάση περιπτώσει όποιο
µπορεί· αφού καταλάβει ένα τµήµα, έχει τη δυνατότητα, εφ’ όσον
υπερέχει στρατιωτικά, να εδραιώσει την καινούργια κατάσταση,
δηµιουργώντας σε σχετικά σύντοµο διάστηµα τετελεσµένα γεγονότα.
Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα (µε ελάχιστες
παρήγορες εξαιρέσεις, για τις όποιες θα µιλήσουµε παρακάτω) να
αποσπάσει από τον µεγάλο και συµπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα
µικρότερο ή µεγαλύτερο κοµµάτι χωρίς να περιπλακεί, mutatis mutandis,
στο τραγικό δίληµµα του 1922. Εάν π.χ. για λόγους αντιπερισπασµού
συγκροτούσε προγεφυρώµατα στον παράκτιο µικρασιατικό χώρο, οι
τουρκικές ένοπλες δυνάµεις θα µπορούσαν ακόµα και να τ’ αγνοήσουν
εντελώς, στρεφόµενες εναντίον τους µόνον αφού θα είχε πια κριθεί η
έκβαση στα κύρια θέατρα του πολέµου· γιατί τέτοια προγεφυρώµατα έτσι
κι αλλιώς θ’ αποκόπτονταν ή δεν θα κατάφερναν να εδραιωθούν
µακροπρόθεσµα, αποτελώντας εφαλτήρια για περαιτέρω διείσδυση. Η
κατάληψη τουρκικών εδαφών από ελληνικής πλευράς προσκρούει στο
βάθος του χώρου, όχι όµως και η κατάληψη ελληνικών εδαφών από
τουρκικής πλευράς.
Πώς µπορεί η Ελλάδα να εξουδετερώσει, σε περίπτωση πολέµου, τα
σοβαρά γεωγραφικά της µειονεκτήµατα; Θα επισηµάνουµε τέσσερα
σηµεία, χωρίς να τα εννοούµε ούτε ως αναβαθµούς µιας κλιµάκωσης
ούτε ως στόχους Ιεραρχηµένους σύµφωνα µε τη στρατηγική τους
σηµασία – µολονότι τα δύο τελευταία πρέπει να υπογραµµισθούν
ιδιαίτερα, ωστόσο µόνον η ενεργή συνύπαρξη καί των τεσσάρων µπορεί
να δώσει στην ελληνική πλευρά αξιόλογες πιθανότητες νίκης. Όπως είναι
αυτονόητο, η ανάλυση αυτή περιορίζεται σε θεµελιώδη στρατηγικά
µεγέθη και απλώς θίγει, όπου αυτό φαίνεται απαραίτητο, επιχειρησιακές
επόψεις (δηλαδή µείζονες στρατιωτικές ενέργειες µέσω της σύµπραξης
περισσότερων µονάδων), ενώ το τακτικό επίπεδο δεν συζητείται
καθόλου, ούτε και µπορεί να συζητηθεί άλλωστε: γιατί σε µια γενική
πολεµική σύρραξη Τουρκίας και Ελλάδας δεν θα υπήρχε ένα και µόνο
πεδίο µάχης, πάνω στο οποίο, αν το υπέθετε κανείς γνωστό εκ των
προτέρων, θα υπολογίζονταν λεπτοµερώς oι κινήσεις των εµπολέµων,
αλλά διάφορα ευρύτερα θέατρα πολέµου µε ουσιώδεις διαφορές µεταξύ
τους. Ας αρχίσουµε από το ζήτηµα των πιθανών εδαφικών απωλειών και
κερδών, καθώς µου φαίνεται προφανές ότι η τουρκική πλευρά θα
συνδέσει την αιτιολόγηση και τη διεξαγωγή του πολέµου εκ µέρους της
µε εδαφικές διεκδικήσεις. Αν αυτό ευσταθεί, τότε η ελληνική πλευρά θα
έκανε πολύ άσχηµα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των
προσβαλλόµενων εδαφών της. Αν αυτά ήσαν περισσότερα του ενός και
αν δεν ήταν δυνατή η επιτυχής υπεράσπιση όλων τους, τότε oι Τούρκοι
θα είχαν στο τέλος ένα καθαρό κέρδος, έστω και αν αυτό ήταν µικρό ή εκ
των υστέρων φαινόταν «δυσανάλογο» (η έννοια είναι βέβαια σχετική)
προς τις αντίστοιχες θυσίες. Γι’ αυτόν τον λόγο η ελληνική πλευρά
πρέπει κατά το δυνατόν να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως
αντιστάθµισµα για µόνιµες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό
αντάλλαγµα σε µεταγενέστερες διαπραγµατεύσεις. Το πού πρέπει να
αναζητηθούν τα κέρδη αυτά, µε δεδοµένο τον κατά βάση συµπαγή και
ολότµητο χαρακτήρα του τουρκικού εθνικού χώρου, µας το δείχνει µια
γρήγορη επισκόπηση των τριών πιθανών θεάτρων του πολέµου: της
Θράκης, του Αιγαίου και της Κύπρου. Στη Θράκη, ή µάλλον στον Έβρο,
η πυκνή συγκέντρωση στρατευµάτων και από τις δύο πλευρές σηµαίνει
ότι όποιος καταφέρει να διασπάσει πρώτος τις αντίπαλες γραµµές θα έχει
τη δυνατότητα να αποκόψει αµέσως, µ’ έναν κυκλωτικό ελιγµό σχεδόν
επί τόπου, µεγάλες εχθρικές µονάδες. Όµως αυτός δεν είναι ο µόνος
λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές δυνάµεις θα πρέπει εξ αρχής να
επιδιώξουν µε κάθε θυσία (και η πυκνή συγκέντρωση θα απαιτήσει κατά
πάσα πιθανότητα σοβαρές θυσίες) τη διάσπαση του εχθρικού µετώπου
και να µην αρκεσθούν σε µιαν παθητική άµυνα. Μια γρήγορη προέλαση
τεθωρακισµένων µονάδων στην Ανατολική Θράκη, την οποία ευνοεί το
πεδινό έδαφος και οι περιορισµένες αποστάσεις, θα µπορούσε να
αποφέρει στην Ελλάδα το σηµαντικότερο πιθανό αντίβαρο απέναντι σε
οποιεσδήποτε εδαφικές απώλειες σε άλλες περιοχές. Πράγµατι, πουθενά
άλλου εκτός από τη Θράκη η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα
αξιόλογης κατάκτησης εδαφών, οσοδήποτε περιορισµένη κι αν κρίνει
κανείς αυτή τη δυνατότητα· πάντως υπάρχει, κι αφού είναι η µόνη πρέπει
να αξιοποιηθεί στο έπακρο καί µε συνέπεια. Στο θέατρο του Αιγαίου,
καθώς είπαµε, δεν έχει κανένα νόηµα η προσπάθεια δηµιουργίας
προγεφυρωµάτων στη µικρασιατική ακτή, έστω κι αν τα προγεφυρώµατα
αυτά θα µπορούσαν να κρατηθούν για λίγο, η µόνη ενέργεια, η οποία θα
µπορούσε ν’ αποφέρει εδώ εδαφικά οφέλη, θα ήταν µια κατάληψη της
Ίµβρου και της Τενέδου, υπό την προϋπόθεση ότι το ελληνικό ναυτικό θα
ήταν σε θέση να την καλύψει (την αεροπορική κάλυψη τη θεωρούµε
θεµελιώδη και αυτονόητη τόσο σε µιαν απόβαση στα νησιά όσο και σε
µιαν προέλαση στη Θράκη· όµως το πρόβληµα της κυριαρχίας στον
εναέριο χώρο είναι τόσο κρίσιµο, ώστε θα µιλήσουµε γι’ αυτό χωριστά).
Τέλος, στην Κύπρο η ελληνική πλευρά πολύ λίγα πράγµατα έχει να
περιµένει. Και αν µπορέσει να υπερασπίσει κάτι, αυτό θα είναι δυνατόν
µονάχα εάν ο κυπριακός πληθυσµός στο σύνολό του φανεί διατεθειµένος
να πολεµήσει, αν χρειαστεί, µε νύχια και µε δόντια. Αυτό δυστυχώς δεν
έγινε το 1974, όταν είδαµε βέβαια την τραγωδία των Κυπρίων, αλλά δεν
είδαµε µιαν επίµονη παλλαϊκή αντίσταση µέχρις εσχάτων. Όµως τούτη
τη φορά δεν υπάρχει νότος για να καταφύγει κανείς. Υπάρχει µόνον η
θάλασσα.
Το δεύτερο σηµείο, που επιθυµούµε να υπογραµµίσουµε, είναι η ανάγκη
συγκέντρωσης των δυνάµεων. Ο γεωγραφικός κατακερµατισµός του
ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασµό αντίστοιχου
κατακερµατισµού των ενόπλων δυνάµεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η
κατά το δυνατόν πληρέστερη κάλυψή του. Ο πειρασµός αυτός µπορεί να
αποβεί θανάσιµος, άλλωστε και ο σκοπός είναι καθ’ εαυτόν ουτοπικός. Η
αριθµητική υπεροχή της τουρκικής πλευράς και το πλήθος των πιθανών
στόχων της της δίνει εξ αντικειµένου ορισµένα περιθώρια επιλογής και
εκτέλεσης παραπλανητικών αποβατικών και άλλων κινήσεων µε σκοπό
να ενταθεί ο έτσι κι αλλιώς υπαρκτός ελληνικός πειρασµός του
κατακερµατισµού των δυνάµεων. Αντίστοιχα µεγάλη επαγρύπνηση και
διαίσθηση απαιτείται από την πλευρά της ελληνικής ηγεσίας, η οποία θα
πρέπει να ξεκόψει εξ αρχής από την αντίληψη ότι είναι δυνατή η ίση
προστασία των πάντων, θα πρέπει επίσης, λόγω της αριθµητικής
µειονεξίας και της απόλυτης αναγκαιότητας αεροπορικής παρουσίας σε
όλα τα καίρια επιχειρησιακά σηµεία, να θέσει σε δευτερεύουσα και
τριτεύουσα µοίρα την προάσπιση πόλεων καί αµάχων πληθυσµών και να
επικεντρώσει τα διαθέσιµά της όχι στην κάλυψη χώρου, αλλά
αποκλειστικά στη συντριβή του κύριου όγκου των εχθρικών ενόπλων
δυνάµεων, εκεί όπου αυτές θα ρίξουν το βάρος τους και ει δυνατόν πρίν
προλάβουν να αναπτυχθούν πλήρως. Προκειµένου να εκπληρωθεί ο
υπέρτατος αυτός σκοπός ίσως χρειασθεί να διακινδυνεύσει ο αριθµητικά
υποδεέστερος την απώλεια εδαφών ή και τη διεξαγωγή επιχειρήσεων µε
ανοιχτά τα πλευρά του, πράγµα που θα πρέπει ν’ αναπληρώνει µε
ευελιξία και ταχύτητα. Όµως η τελική έκβαση θα κριθεί µε βάση τα όσα
θα γίνουν στο επίπεδο εκείνο που άπτεται της ίδιας της ουσίας του
πολέµου. Πόλεµος σηµαίνει προαρχικά επιδίωξη συντριβής των
εχθρικών ενόπλων δυνάµεων, απ’ αυτήν εξαρτώνται κι απ’ αυτήν
απορρέουν όλα τα άλλα. Καί εάν αυτή επιτευχθεί, τότε αναπληρώνονται
αργά ή γρήγορα όλα, όσα θυσίασε κανείς θέλοντας να συγκεντρώσει τις
δυνάµεις του την αποφασιστική στιγµή στο αποφασιστικό σηµείο. Κατά
τρίτον λόγο, η ελληνική πλευρά δεν θα µπορέσει να αντισταθµίσει τα
γεωγραφικά της µειονεκτήµατα έναντι της τουρκικής αν δεν καλύπτει µε
ικανή δύναµη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς
τα θέατρα του πολέµου και περιορισµένο βάθος του χώρου γύρω τους.
∆εν είναι δύσκολο να κατανοήσουµε γιατί. Το µικρό βάθος του
ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει
ολόκληρη την επιφάνειά του µε όπλα µικρότερου βεληνεκούς (ήδη η
Τουρκία αποκτά αµερικανικούς πυραύλους ATACMS µε βεληνεκές 120-
300 χλµ.) καθώς και µε αεροπλάνα που διαθέτουν µικρότερη ωφέλιµη
ακτίνα δράσεως από τα ελληνικά. Αλλά και αντίστροφα: το συγκριτικά
µεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο
εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εµβέλεια της ελληνικής δύναµης
πυρός, όπλα µεγαλυτέρου βεληνεκούς (η Τουρκία έφτασε να συζητεί
ακόµα και µε την Κίνα την αγορά πυραύλων εδάφους- εδάφους µεγάλου
βεληνεκούς) καθώς και αεροπλάνα µε µεγαλύτερη ωφέλιµη ακτίνα
δράσεως· ας σηµειωθεί ότι τα τουρκικά αεροπλάνα µπορούν, ξεκινώντας
από τα µακρινότερα ως προς εµάς αεροδρόµια της Ανατολίας (Μπάτµαν,
Έρζουρούµ), να ανεφοδιάζονται στον αέρα όσο ακόµα βρίσκονται µέσα
στον τουρκικό εναέριο χώρο και να εκτελούν έτσι αποστολές µέσα στην
ελληνική επικράτεια σα να είχαν απογειωθεί από αεροδρόµια των
µικρασιατικών παραλίων. Άρα, σε περίπτωση σύρραξης, η ελληνική
πλευρά, ακόµα κι αν θα επιθυµούσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο µε ένα
προληπτικό χτύπηµα, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα έβρισκε τον κορµό
των αεροπορικών του δυνάµεων στα πλησιέστερα αεροδρόµια. Το
κρίσιµο τούτο πρόβληµα λύνεται µόνον µε πυραυλικά συστήµατα
κατάλληλου βεληνεκούς καί µε ουσιώδεις δυνατότητες ανεφοδιασµού
των ελληνικών αεροπλάνων στον αέρα (π.χ. µεταξύ Κρήτης και Κύπρου).
Τα πράγµατα θα ήσαν πολύ απλούστερα, εννοείται, αν η Ελλάδα καί η
Κύπρος δεν ήσαν κράτη µε de facto µειωµένα κυριαρχικά δικαιώµατα, αν
δηλαδή οι αποφάσεις τους δεν εξαρτιόνταν ούτε άµεσα ούτε έµµεσα από
το τι ανέχονται οι Ηνωµένες Πολιτείες και το τι θεωρεί ως casus belli η
Τουρκία. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα
καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει
αεροπορικές δυνάµεις στο έδαφός της, οι οποίες θα µπορούσαν να
πλήξουν άµεσα την καρδιά και το υπογάστριο της τουρκικής επικράτειας.
Στο κάτω-κάτω η Ελλάδα είναι εξίσου εγγυήτρια ∆ύναµη του κυπριακού
κράτους και εποµένως έχει τουλάχιστον τα ίδια δικαιώµατα µε την
Τουρκία να εγκαταστήσει εκεί τις Ένοπλες δυνάµεις της. Αλλά τέτοιες
παλικαριές ούτε καν να τις ονειρευθεί δεν τολµά όποιος είναι
υποχρεωµένος να επαιτήσει το τελευταίο ανταλλακτικό και την
τελευταία βίδα.
Τέταρτο και τελευταίο, µπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της
Τουρκίας, η Ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες
στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναµη και την αποφασιστικότητα
να καταφέρει το πρώτο (µαζικό) πλήγµα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το
πρώτο πλήγµα το επιβάλλει σήµερα όχι κάποια «πολεµοχαρής» διάθεση,
αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστηµάτων: η λογική του µέσου
αυτονοµείται, όπως αναφέραµε στίς εισαγωγικές µας παρατηρήσεις, και
προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισµό της πολεµικής στρατηγικής.
Αν η ελληνική πλευρά, λέγοντας «αµυντικό δόγµα», εννοεί ότι,
φοβούµενη µήπως εκτεθεί στα µάτια της διεθνούς κοινής γνώµης και
των συµµάχων, προτίθεται σε οποιαδήποτε περίπτωση (γενικού) πολέµου
να αφήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων καί το πλεονέκτηµα του
πρώτου (µαζικού) πλήγµατος στον εχθρό, τότε έχει κατά πάσα
πιθανότητα υπογράψει µόνη της και εκ προοιµίου την καταδίκη της. Με
δεδοµένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική
γεωπολιτική υπεροχή ένα (µαζικό) πρώτο πλήγµα εξ ανατολών θα
παραλύσει τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά. Σε
παλαιότερους πολέµους, διεξαγόµενους στην ξηρά, µπορούσε
ενδεχοµένως να αφεθεί στον εχθρό η επιθετική πρωτοβουλία εως ότου
εξαντλήσει τίς δυνάµεις του. Όµως αυτό προϋπέθετε ότι ο αµυνόµενος
κατείχε θέσεις φυσικά ή τεχνητά οχυρές που του επέτρεπαν να κρατήσει
τις δικές του δυνάµεις σχετικά αλώβητες ώσπου να περάσει στην
αντεπίθεση. Σήµερα, η δύναµη και το βεληνεκές του πυρός από κάθε
κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση και η µετάθεση του πολεµικού
κέντρου βάρους από την ξηρά στον αέρα ακυρώνει αυτήν την
προϋπόθεση· δεν υπάρχουν πια κρυψώνες για τις ένοπλες δυνάµεις, και
το (µαζικό) πρώτο πλήγµα αποσκοπεί ακριβώς στην εξουδετέρωση των
µέσων µιας αντεπίθεσης σε ευρεία κλίµακα. Οι ίδιοι αυτοί τεχνικοί
παράγοντες καθιστούν τον χρόνο αποφασιστικό µέγεθος, µε άλλα λόγια
προσδίδουν στην εναρκτήρια φάση του πολέµου καθοριστική σηµασία.
Ό,τι δεν κερδίζεται ή ό,τι χάνεται στη φάση αυτή είναι δυσκολότατο ν’
αποκτηθεί ή να αναπληρωθεί κατόπιν. Γι’ αυτό και το πρώτο πλήγµα, το
οποίο εγκαινιάζει την καθοριστική εναρκτήρια φάση του πολέµου, πρέπει
να είναι όσο το δυνατόν µαζικότερο και καιριότερο. Πρώτο πλήγµα, µε
τη στρατηγική σηµασία του όρου, δεν είναι ο πρώτος τυχόν
πυροβολισµός που πέφτει κατά το πρώτο «θερµό επεισόδιο» µιας
πολεµικής αντιπαράθεσης· είναι µια συντονισµένη και ακαριαία ενέργεια
όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάµεων προς εκµηδένιση των ζωτικών
σηµείων του εχθρικού πολεµικού δυναµικού, ιδίως όσων εµφανίζονται
κρίσιµα µέσα στη δεδοµένη συγκυρία. Μπορεί να καταφερθεί στο
πλαίσιο της κλιµάκωσης ενός τοπικού «θερµού επεισοδίου», αλλά και
πολύ νωρίτερα ακόµα, όταν δηλαδή διαπιστωθεί ότι επίκειται έτσι κι
αλλιώς εχθρική επίθεση· το επιτελικό σχέδιο του πρώτου πλήγµατος
πρέπει λοιπόν να βρίσκεται στο συρτάρι ήδη από καιρό ειρήνης, χωρίς
αυτό να σηµαίνει καθόλου ότι όποιος το έχει καταστρώσει και όποιος θα
το εφαρµόσει είναι αναγκαία ο επιτιθέµενος µε την ιστορική και πολιτική
έννοια του όρου. Καθώς το γεωπολιτικό δυναµικό της Τουρκίας
µακροπρόθεσµα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας µακροπρόθεσµα
συρρικνώνεται, ο επιτιθέµενος µε την ιστορική και την πολιτική έννοια
δεν µπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία· ανεξάρτητα από εθνικές
µυθολογίες, το γεγονός τούτο δεν έχει καµµία σχέση µε ηθικές ή
φυλετικές ιδιότητες, αλλά οφείλεται στη διαµόρφωση του συσχετισµού
των δυνάµεων, και τα πράγµατα θα αντιστρέφονταν αν αντιστρεφόταν
και ο συσχετισµός των δυνάµεων. Αλλά όποιος, θέλοντας και µη,
υιοθετεί αµυντική στρατηγική στο ιστορικό και στο πολιτικό επίπεδο, δεν
είναι γι’ αυτόν καί µόνον τον λόγο υποχρεωµένος να υιοθετήσει αµυντική
στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο. Τα δύο επίπεδα δεν πρέπει να
συγχέονται κατά κανένα τρόπο. Άλλο είναι η άµυνα ως ιστορικο-
πολιτικός σκοπός και άλλο η άµυνα ως στρατιωτικό µέσο, άλλο ο
αµυντικός χαρακτήρας ενός πολέµου και άλλο η αµυντική διεξαγωγή
ενός πολέµου. Άλλωστε από στρατιωτική άποψη η καθαρά αµυντική
διεξαγωγή πολέµου στερείται νοήµατος και είναι πρακτικά αδύνατη. Αν
την παίρναµε στα σοβαρά, θα σήµαινε ότι ο επιτιθέµενος µπορεί να κάνει
ό,τι θέλει ατιµώρητα, διατρέχοντας απλώς τον κίνδυνο να επανέλθει στην
αρχική του θέση και να προετοιµασθεί για να ξαναδοκιµάσει. Καµµιά
άµυνα δεν είναι τελεσφόρα, αν δεν εµπεριέχει µια δραστική τιµωρία του
επιτιθέµενου, όµως η τιµωρία αυτή δεν µπορεί παρά να συνίσταται σε
πράξεις, οι οποίες, αν ιδωθούν µεµονωµένα, χαρακτηρίζονται από την
ισχυρή παρουσία επιθετικών στοιχείων: ο αµυνόµενος πυροβολεί µε τον
ίδιο τρόπο και για τον ίδιον σκοπό όπως και ο επιτιθέµενος.
Στα παραπάνω τέσσερα σηµεία συνοψίσαµε τις προϋποθέσεις, υπό τις
όποιες η Ελλάδα θα µπορούσε να κερδίσει έναν πόλεµο εναντίον της
Τουρκίας. Προσοχή: δεν λέµε ότι είναι σε θέση να το κάµει ή ότι θα το
κάµει, λέµε µόνον ότι, αν το πετύχει, µπορεί να το πετύχει υπ’ αυτές τίς
προϋποθέσεις και µόνο. Με τη σειρά τους, όµως, οι προϋποθέσεις αυτές
προϋποθέτουν άλλα πράγµατα, δηλαδή ορισµένο στρατιωτικό δυναµικό,
ορισµένη δύναµη πυρός και ορισµένη δόµηση των ενόπλων δυνάµεων. Η
τήρηση του κανόνα της συγκέντρωσης των δυνάµεων δεν έχει καµµιάν
αξία, όταν οι δυνάµεις σου είναι πενιχρές· και το πρώτο πλήγµα επίσης
δεν αποφέρει µεγάλα κέρδη, όταν το καταφέρεις µ’ ένα κυνηγετικό όπλο
– γι’ αυτό άλλωστε και η υπογράµµιση της στρατηγικής σηµασίας του
πρώτου πλήγµατος διόλου δεν εµπεριέχει κάποιαν έµµεση παρότρυνση
να ξεκινήσει κανείς πόλεµο από λεβεντιά και στα καλά καθούµενα·
σηµαίνει µόνον ότι, αν ένας εµπόλεµος διαθέτει επαρκή µέσα για ένα
καίριο πρώτο πλήγµα, πρέπει να τα χρησιµοποιήσει, εφ’ όσον θέλει να
κερδίσει έναν πόλεµο µε δεδοµένες τις σύγχρονες και υπερσύγχρονες
τεχνολογικές συνθήκες. Aφού λοιπόν οι στρατηγικές προϋποθέσεις της
νίκης δεν είναι καν δυνατόν να συγκεντρωθούν αν δεν υφίσταται το
απαραίτητο στρατιωτικό δυναµικό, τίθεται αυτόµατα το ερώτηµα σε
ποιάν κατάσταση βρίσκεται σήµερα από την άποψη αυτή η ελληνική
πλευρά, σε σύγκριση πάντα µε την τουρκική. Και αφού το τουρκικό
γεωπολιτικό δυναµικό (µε τη γνωστή µας ήδη τριπλή έννοια του όρου)
είναι υπέρτερο του ελληνικού, ερωτάται επίσης κατά πόσον η ελληνική
πλευρά ισοφαρίζει τα οργανικά της µειονεκτήµατα µε την ανωτερότητά
της στον οικονοµικό καί στον εξοπλιστικό τοµέα, κατά πόσον το
ποιοτικό της προβάδισµα υπερκαλύπτει τις τυχόν ποσοτικές ελλείψεις.
Στα ερωτήµατα αυτά η απάντηση σήµερα είναι σαφής: η Ελλάδα δεν
διαθέτει επαρκή µέσα αποτροπής, εάν ορίσουµε την αποτροπή – όπως
οφείλουµε να την ορίσουµε – ως ικανότητα να καταφέρεις ένα καίριο
πρώτο πλήγµα καί να παραλύσεις για µακρό χρονικό διάστηµα τον
εχθρό. Ούτε η ποιοτική υπεροχή της ελληνικής πλευράς αντισταθµίζει τα
ποσοτικά της µειονεκτήµατα, ούτε η ελληνική δύναµη πυρός καλύπτει το
σύνολο της τουρκικής επικράτειας, αδυνατώντας έτσι να προστατεύσει
αποτελεσµατικά και την Κύπρο. Και το χειρότερο δεν είναι καν η
σηµερινή εικόνα καθ’ εαυτήν· είναι η δυναµική της εξέλιξης, αν την
παρακολουθήσουµε στην τελευταία δεκαπενταετία και αν κάνουµε τις
εύλογες προβολές στο µέλλον µε βάση τις ήδη παρούσες και
βαρύνουσες ενδείξεις. Τότε θα δούµε ότι η διεύρυνση της απόστασης
ανάµεσα στο στρατιωτικό δυναµικό της Ελλάδας και σ’ εκείνο της
Τουρκίας αποτυπώνει λίγο-πολύ πιστά την επέκταση του τουρκικού
γεωπολιτικού δυναµικού και τη συρρίκνωση του αντίστοιχου ελληνικού.
Οι αριθµοί είναι συντριπτικοί και καλύπτουν συµµετρικά όλους τους
τοµείς, από τους οικονοµικούς µε την ευρύτερη ίσαµε τους
εξοπλιστικούς µε τη στενότερη έννοια. Αν το 1980 το ελληνικό
ακαθάριστο εθνικό προϊόν αποτελούσε σχεδόν το 80% του τουρκικού, το
1995 είχε πέσει στο 40% περίπου. Αν το 1980 η ελληνική βιοµηχανική
παραγωγή αποτελούσε το 60% της τουρκικής, το 1995 δεν ήταν πάνω
από το 30%, καί ιδιαίτερα στην παραγωγή µηχανολογικού εξοπλισµού η
σχέση πέρασε από το 70% του 1980 στο 35% του 1995. Ενώ το 1980 οι
ελληνικές εξαγωγές ήσαν σχεδόν τριπλάσιες των τουρκικών, δεκαπέντε
χρόνια αργότερα αποτελούσαν µόλις το 60% εκείνων. Η επίπτωση της
δραστικής αυτής µεταβολής των οικονοµικών συσχετισµών πάνω στο
ύψος των στρατιωτικών δαπανών ήταν γενικότατα η εξής: από το 1985
και µετά οι κατά κεφαλήν στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 80%
στην Τουρκία καί µειώθηκαν κατά 20% στην Ελλάδα. Τα συνολικά
µεγέθη εξελίχθηκαν ως εξής (σε σταθερές τιµές του 1990): η Ελλάδα
ξόδεψε το 1980-1984 κατά µέσον όρον 3.820 εκ. δολλ. καί το 1995 3.893
(περίπου τα ίδια), ενώ η Τουρκία ξεκινώντας από λιγότερα την περίοδο
1980-1984 (ήτοι 3.765 εκ. δολλ.) έφτασε τα 6.379. Αυτό σηµαίνει: πρίν
από 15 χρόνια η Ελλάδα υπερτερούσε, έστω και κατά 1%, σήµερα
υστερεί, και µάλιστα σχεδόν κατά 40%! Ακόµα πιο αισθητή είναι η
διαφορά όχι πλέον στίς γενικές στρατιωτικές, αλλά ειδικά στις
νευραλγικές εξοπλιστικές δαπάνες. Στο διάστηµα 1980-1984 η Ελλάδα
έδινε για εξοπλισµούς 665 εκ. δολλ. κατά µέσον ορον, για να φτάσει τα
771 το 1995, ενώ η Τουρκία πέρασε στην ίδια δεκαπενταετία από τα 343
στα 2.405 εκ δολλ. – από το διπλάσιο υπέρ της Ελλάδας στο τριπλάσιο
υπέρ της Τουρκίας! (Το ίδιο από άλλη οπτική γωνία: το 1977 η Ελλάδα
εισήγαγε όπλα αξίας 752 εκ. δολλ. και η Τουρκία 245, το 1987 τα
ελληνικά εισαγόµενα όπλα στοίχισαν 187 εκ. δολλ., ενώ τα τουρκικά
925!). Ισως ακόµα σηµαντικότερο µακροπρόθεσµα είναι το γεγονός ότι η
Τουρκία συνέδεσε το εξοπλιστικό της πρόγραµµα µε την ανάπτυξη δικής
της πολεµικής βιοµηχανίας µέσω εκτεταµένων προγραµµάτων
συµπαραγωγής· έτσι, σήµερα είναι αυτάρκης κατά το 30% περίπου, µε
ανοδική τάση και µε εξαγωγική κατεύθυνση (προ καιρού π.χ. η Αίγυπτος
αγόρασε αεροπλάνα F-16 τουρκικής παραγωγής). Αντίθετα, ο ελληνικός
βαθµός αυτάρκειας έπεσε από το 15-20%, όπου βρισκόταν στις αρχές
της δεκαετίας του 1980, στο 5% περίπου – και φοβούµαι ότι σ’ αυτό το
5% περιλαµβάνονται στατιστικά και προϊόντα ουσιαστικώς άχρηστα,
όπως λ.χ. το στατικό αντιαεροπορικό σύστηµα ΑΡΤΕΜΙΣ 30, στο όποιο
επί µία δεκαετία σπαταλήθηκαν αδίκως 110 δισ. δρχ. Πολιτικά σφάλµατα
εµπόδισαν να µετριασθεί κάπως η ελληνική οργανωτική και τεχνική
ανικανότητα µέσω προγραµµάτων συµπαραγωγής. Όταν η Ελλάδα
αγόρασε το 1985 80 αεροπλάνα τρίτης γενεάς, διέσπασε την προµήθεια
σε δύο τύπους και σε δύο χώρες, οπότε δεν συνέφερε πλέον τους
προµηθευτές η εγκατάσταση γραµµής συµπαραγωγής για 40 µόνον F-16.
Και όταν το 1992 αποφασίσθηκε η αγορά άλλων 40, πάλι η ποσότητα
ήταν ανεπαρκής για τον σκοπόν αυτό, αφού η δεύτερη αγορά δεν
συνδέθηκε µε την πρώτη, αλλά έγινε εν είδει µεταγενέστερης «τσόντας».
Αντίθετα, η Τουρκία αγόρασε απ’ ευθείας 160 F-16 και εγκαινίασε
αµέσως το πρόγραµµα συµπαραγωγής.
Εάν εξειδικεύσουµε περισσότερο τη συγκριτική µας ανάλυση καί
υπεισέλθουµε στους επί µέρους κλάδους των ενόπλων δυνάµεων, θα
πρέπει να πούµε ότι, πέραν της σχετικής ισορροπίας δυνάµεων ανάµεσα
στο ελληνικό και στο τουρκικό ναυτικό, η πλάστιγγα γέρνει ήδη σοβαρά
υπέρ της Τουρκίας στην ξηρά και στον αέρα. Ο συσχετισµός των
χερσαίων δυνάµεων έχει βαρύνουσα σηµασία, αν πάρουµε σοβαρά υπ’
όψιν όσα είπαµε προηγουµένως, ότι δηλαδή η Ελλάδα θα χρειασθεί
επειγόντως µιαν επιτυχία στον Έβρο και µιαν προέλαση προς την
Ανατολική Θράκη προκειµένου να αντισταθµίσει εδαφικές απώλειες στο
Αιγαίο και στην Κύπρο. Πέραν της µεγάλης αριθµητικής υπεροχής του
πεζικού της (πάνω από 4 προς 1), η Τουρκία διαθέτει τριπλάσια
πυροβόλα (3.380 προς 1.130) και διπλάσια άρµατα µάχης (3.615 προς
1,720). Στο µέτωπο του Έβρου, βεβαίως, οι αναλογίες δεν θα είναι τόσο
δυσµενείς για την ελληνική πλευρά, καθώς αυτή µπορεί να συγκεντρώσει
εκεί ποσοστιαία µεγαλύτερο µέρος των χερσαίων της δυνάµεων απ’ ό,τι η
Τουρκία. Ενώ όµως προς το παρόν καί οι δύο χώρες έχουν άρµατα µάχης
δεύτερης γενεάς, η Τουρκία αρχίζει ήδη την παραγωγή 1.500 αρµάτων
τρίτης γενεάς µε προφανείς συνέπειες, ιδιαίτερα σ’ ένα έδαφος περίπου
«φτιαγµένο» για το όπλο αυτό, όπως είναι το έδαφος της Θράκης. Άλλα
όση σηµασία κι αν έχουν όλα αυτά, δεν χρειάζεται να είναι κανείς
στρατηγική διάνοια για να γνωρίζει ότι η κρίσιµη µάχη θα δοθεί στον
αέρα κι ότι το κρίσιµο όπλο θα είναι η αεροπορία – και µάλιστα ακριβώς
επειδή το πρώτο πλήγµα και η εναρκτήρια φάση του πολέµου θα
βαρύνουν αποφασιστικά στην έκβαση. Τουλάχιστον η τουρκική ηγεσία
το έχει αντιληφθεί αυτό εγκαίρως. Τόσο στο δεκαετές εξοπλιστικό
πρόγραµµα, το όποιο ήδη ολοκληρώθηκε, όσο και στο εικοσαετές, το
οποίο εγκαινιάζεται τώρα, τα µισά περίπου κονδύλια επενδύονται στην
αεροπορία, είτε δηλαδή στην αγορά καί στην παραγωγή νέων
αεροσκαφών είτε στον εκσυγχρονισµό των παλαιοτέρων (π.χ. των F-4, µε
τη βοήθεια του Ισραήλ). Έτσι, το 2.000 η Τουρκία θα διαθέτει, όπως
υπολογίζεται, 430 µαχητικά αεροπλάνα δυο τύπων (ενώ τα ελληνικά θα
ανήκουν σε τέσσερις τύπους, µε όσα µειονεκτήµατα συνεπάγεται τούτο)
υποστηριζόµενα από 7 αεροσκάφη εναερίου εφοδιασµού (αυτά
προφανώς χρειάζονται µόνον εναντίον της Ελλάδας, όχι εναντίον της
Συρίας ή του Ιράκ) και πιθανότατα από αεροσκάφη-ραντάρ· επί πλέον τα
τουρκικά µαχητικά διαθέτουν ή θα διαθέτουν σύντοµα πολύ καλόν
εξοπλισµό για βολές αέρος-εδάφους, ιδίως εναντίον στόχων όπως ραντάρ
και πλοία. Η Ελλάδα θα µπορεί στην καλύτερη περίπτωση ν’
αντιπαρατάξει 180-200 µαχητικά τρίτης γενεάς (ίσως στην
πραγµατικότητα να µην είναι παραπάνω από 150), ήτοι ούτε την υπεροχή
στον εναέριο χώρο του Αιγαίου θα κατέχει, ούτε το σύνολο της
τουρκικής επικράτειας θα µπορεί να πλήξει, ούτε ένα καίριο πρώτο
πλήγµα να καταφέρει. Και παράλληλα δεν θα έχει καν αξιόλογη
αντιαεροπορική άµυνα. Το πυραυλικό σύστηµα «Νίκη-Ηρακλής»
παλαιώθηκε και ήδη αποσύρεται, ενώ τα σχέδια αγοράς πυραύλων
Patriot φαίνεται να παραµένουν περιορισµένα λόγω του µεγάλου
κόστους. ∆ιάφοροι σχολιαστές πρότειναν τον τελευταίο καιρό να δοθεί
απόλυτη προτεραιότητα στην πολεµική αεροπορία, ώστε να
εξισορροπηθεί ποιοτικά η τεράστια ποσοτική υπεροχή του αντιπάλου,
π.χ. µε την αγορά αεροσκαφών της τετάρτης γενεάς (αµερικανικών F15E
ή ρωσσικών SU-27). Αυτό θα ήταν αναµφισβήτητα ένα πολύ ορθό
πρώτο βήµα. Όµως δεν αρκεί. Όχι µόνο γιατί τα 3 ή 4 τρις. δρχ. που
πρόκειται να ξοδέψει η Ελλάδα για τον εκσυγχρονισµό των ενόπλων της
δυνάµεων την προσεχή δεκαετία κάθε άλλο παρά θα εξαλείψουν τη
στρατιωτική της κατωτερότητα.
Τις οικονοµικές προϋποθέσεις µπορεί να τις κατονοµάσει κανείς εύκολα
και κατά τρόπο γενικά αποδεκτό, εφ’ όσον χρησιµοποιεί γενικό και
αόριστο λεξιλόγιο: «η άµυνα της χώρας απαιτεί µιαν ακµαία εθνική
οικονοµία». Όµως ποιά οικονοµία δικαιούται να χαρακτηρισθεί ακµαία
και µε ποια κριτήρια; Επειδή ποικίλες οικονοµολογικές αλχηµείες
συσκοτίζουν σήµερα τα πράγµατα και τα πνεύµατα στο σηµείο αυτό, ας
µου συγχωρεθεί να παραµείνω απλοϊκός και να πω: ακµαία είναι µια
οικονοµία όταν παράγει µε ανοδικούς ρυθµούς απτά αγαθά,τόσο για την
ικανοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων εγχωρίων αναγκών όσο και
για την εξαγωγή προς αποπληρωµή άλλων αγαθών, τα οποία η εκάστοτε
χώρα δεν µπορεί ή δεν θεωρεί σύµφορο να παραγάγει η ίδια, µε όσο το
δυνατόν µεγαλύτερο πλεόνασµα. Η οικονοµία συνίσταται ουσιωδώς στην
παραγωγή αγαθών και σε όσες υπηρεσίες προσφέρονται πάνω στη βάση
αυτή (και στην Ελλάδα και στις Ηνωµένες Πολιτείες οι υπηρεσίες
συµµετέχουν στη διαµόρφωση του εθνικού εισοδήµατος µε ποσοστό
περίπου 60%, όµως άλλο είναι το 60% πάνω στην παραγωγική βάση της
Ελλάδας και άλλο πάνω στην παραγωγική βάση των Ηνωµένων
Πολιτειών). ∆εν συνίσταται ούτε σε δείκτες παντοειδών µεγεθών ούτε σε
χρήµα. ∆είκτες ανάπτυξης του 2 ή 3% δεν σηµαίνουν πολλά πράγµατα,
όταν η ανάπτυξη σηµαίνει την αύξηση των «υπηρεσιών» (όπερ προ
παντός στην Ελλάδα υποδηλοί τον φρέσκο αέρα)· και η µείωση του
πληθωρισµού, δηλαδή το «υγιές χρήµα», επίσης είναι µικρό επίτευγµα,
όταν προκύπτει από τη συρρίκνωση της οικονοµίας: οπού κανένας δεν
αγοράζει τίποτε και κανένας δεν πουλάει τίποτε, εκεί δεν υπάρχει φυσικά
ούτε πληθωρισµός. Πλείστοι όσοι χαίρουν, γιατί στην Ελλάδα ο
πληθωρισµός περιορίσθηκε το 1997 στο ύψος του 5 ή 6%. Όµως η
βιοµηχανική παραγωγή παραµένει στάσιµη πάνω από µια δεκαπενταετία
(δεν είναι τυπογραφικό λάθος), ενώ τα ετήσια ελλείµµατα του εµπορικού
ισοζυγίου φτάνουν πλέον τα 16, 17 και 18 δισεκατοµµύρια δολλάρια
(ούτε αυτό είναι τυπογραφικό λάθος). Αµφιβάλλω τα µέγιστα αν αυτός
είναι ο δρόµος που θα οδηγήσει σε µιαν ακµαία οικονοµία, ικανή να
στηρίξει την άµυνα της χώρας. Η µείωση του πληθωρισµού διόλου δεν
αποτελεί επαρκή όρο για την ενθάρρυνση παραγωγικών-βιοµηχανικών
επενδύσεων, και αυτό θα αποδειχθεί προσεχώς. Εδώ το δραστικό
φάρµακο είναι ένα µόνο, και είναι οδυνηρό. Κεφάλαια για επενδύσεις
εξοικονοµούνται από την περικοπή του παρασιτικού καταναλωτισµού.
Και όσα κεφάλαια εξοικονοµηθούν έτσι πρέπει µε τη σειρά τους να
επενδυθούν πράγµατι παραγωγικά, να δώσουν δηλαδή στη χώρα µιαν
αξιόλογη σύγχρονη βιοµηχανική υποδοµή. Τέτοιες επενδύσεις είναι
ασφαλώς πολύ δυσκολότερες από τις επενδύσεις σε παντοειδή «δηµόσια
έργα» συχνά αµφίβολης χρησιµότητας, γιατί θέτουν πολύ επιτακτικότερα
το πρόβληµα της εκπαίδευσης, της τεχνογνωσίας και της παραγωγικότη-
τας. Η περικοπή του παρασιτικού καταναλωτισµού, µε τον οποίο έχει
συνυφανθεί πλέον ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός της χώρας, προσκρούει,
πάλι, στο ανυπέρβλητο εµπόδιο της λειτουργίας του πολιτικού
συστήµατος σε πελατειακή βάση. Τώρα όπου το µαχαίρι έφτασε στο
κόκκαλο, επιβλήθηκαν βέβαια µε το εύσχηµο άλλοθι της «ευρωπαϊκής
σύγκλισης» ορισµένες οικονοµίες, όµως ο πελατειακός χαρακτήρας του
πολιτικού συστήµατος διόλου δεν άλλαξε ουσιαστικά, παρά την αλλαγή
της κυβερνητικής ρητορικής: γιατί οι οικονοµίες επιβλήθηκαν ακριβώς
µε πελατειακά κριτήρια (σε όσους δηλαδή δεν διαθέτουν ισχυρά µέσα
εκβιασµού) και παρέµειναν ανεπαρκείς επίσης από τον φόβο εξέγερσης
των ισχυρών οµάδων της πελατείας.
Η ακµαία παραγωγική οικονοµία σε σύγχρονη βιοµηχανική βάση δίνει τη
δυνατότητα της αποτροπής. Για να πραγµατωθεί όµως η δυνατότητα
αυτή, πρέπει µια χώρα ή πάντως η ηγεσία της να πιστεύει πραγµατικά
στην αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον
χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούµενης σύγκρουσης. Αν η
διάγνωση είναι εσφαλµένη και ελλιπής, αν αποδίδει τη σύγκρουση σε
αίτια παροδικά ή δευτερογενή, τότε µειώνεται αντίστοιχα η πίστη στην
αναγκαιότητα της αποτροπής, κι αυτό, έστω κι αν δεν λέγεται ρητά, έχει
ευνόητες πρακτικές επιπτώσεις. Έτσι, αποτελεί κεφαλαιώδες σφάλµα
στρατηγικής εκτιµήσεως να µη θεωρείται ως πηγή της αύξουσας
τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα η συνεχής διεύρυνση της διαφοράς
ανάµεσα στο γεωπολιτικό δυναµικό των δύο χωρών, αλλά να αποδίδεται
ο δυναµικός τουρκικός επεκτατισµός στον «οθωµανισµό», στον
«ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας κ.τ.λ., οπότε εξάγεται το
συµπέρασµα ότι µόλις η Τουρκία (ακολουθώντας το δικό µας φωτισµένο
παράδειγµα) ξεπεράσει αυτούς τους «εθνικιστικούς αταβισµούς», πάρει
τον «ευρωπαϊκό δρόµο» και υποκαταστήσει τις στρατιωτικές µε τις
οικονοµικές δραστηριότητες, τότε αυτόµατα θα εκλείψει και η απειλή εκ
µέρους της. Όλο και περισσότεροι σκέφτονται στην Ελλάδα µ’ αυτόν τον
τρόπο, έχοντας την εντύπωση ότι έτσι τάχα ξεπερνούν τις εθνικιστικές
αντιπαραθέσεις και σε αντίθεση µε τα αδιέξοδα εθνικιστικά
ιδεολογήµατα προτείνουν ρεαλιστικές λύσεις. Έχουν βέβαια δίκιο όταν
λένε ότι οι εθνικιστές ξεκινούν από ένα αφηρηµένο µοντέλο περί έθνους,
στο οποίο συχνά υποτάσσουν ακόµα και υπέρτερες επιταγές του
πολιτικού ρεαλισµού· η πολιτικά επιζήµια µονοπωλιακή διεκδίκηση του
ονόµατος της Μακεδονίας το έδειξε άλλωστε πρόσφατα. Όµως ό,τι
βλέπει κανείς στον αντίπαλό του δεν το βλέπει στον εαυτό του. Οι
πολέµιοι των εθνικιστικών ιδεολογηµάτων δεν αντιλαµβάνονται πως τα
όσα αντιπαραθέτουν οι ίδιοι στον εθνικισµό ή µάλλον στις καρικατούρες
του είναι κι αυτά ιδεολογήµατα, αφηρηµένα ανιστορικά µοντέλα, και
µάλιστα το κυρίαρχο σήµερα ιδεολογικό σύµφυρµα οικουµενισµού και
οικονοµισµού, όπου ο κοσµοπολιτισµός των «ανθρωπίνων δικαιωµάτων»
και της «κοινωνίας των πολιτών» συµπλέκεται διαφοροτρόπως µε τον
ατοµικισµό του καπιταλιστικού homo economicus και µε την παλαιά
φιλελεύθερη ουτοπία ότι το εµπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεµο.
Όπως ο εθνικισµός, έτσι και ο αντίπαλός του οικουµενισµός και
οικονοµισµός έχει συγκεκριµένους φορείς, εµπνευστές και
προπαγανδιστές, τόσο ιδιοτελείς όσο και αφελείς. Σε ορισµένες µάλιστα
περιπτώσεις όχι µόνον η ιδιοτέλεια, αλλά και η αφέλεια των δεύτερων
ξεπερνά εκείνη των πρώτων. Έτσι συµβαίνει λ.χ. και ως προς την
αποτίµηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Βρίσκονται πιο κοντά στην
πραγµατικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας
και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα µπορούσε και
να τελειώσει µε την «ευρωπαϊκή» και οικονοµιστική λύση – έστω κι αν οι
πρώτοι οδηγούνται στη διάγνωσή τους από ψευδείς προϋποθέσεις. Ας
σηµειώσουµε, για να συµπληρωθεί η εικόνα, ότι τόσο οι εθνικιστές όσο
και οι «ευρωπαϊστές» ή οικονοµιστές συµφωνούν ως προς το ότι ο
τουρκικός επεκτατισµός οφείλεται στο «οθωµανικό» και «ασιατικό»
παρελθόν, στην «αντιδηµοκρατική» ή «φασιστική» υφή του
στρατιωτικού κράτους κ.τ.λ., µε τη διαφορά ότι οι πρώτοι θεωρούν τα
γνωρίσµατα αυτά µόνιµα και ανυπέρβλητα, ενώ οι δεύτεροι τα βλέπουν
ως µεταβλητά χαρακτηριστικά µιας ιστορικής φάσης ήδη παρωχηµένης·
δεν µας λένε βέβαια πότε θα µεταβληθούν: γιατί αν αυτό γίνει σε έναν ή
δύο αιώνες, τότε η διαµάχη δεν έχει πρακτικό αντικείµενο.
Η ιδεολογική πίστη ότι η οικονοµική συνεργασία ή διαπλοκή οδηγεί
αναγκαία σε άµβλυνση γεωπολιτικών και πολιτικών αντιθέσεων δεν έχει
κανένα ιστορικό στήριγµα. Αναφέρω ένα ιδιαίτερα αδρό παράδειγµα.
Ανάµεσα στα 1900 και στα 1914 το γαλλογερµανικό εµπόριο αυξήθηκε
κατά 137%, το γερµανορωσσικό κατά 121% και το γερµανοβρεταννικό
κατά 100%, ενώ περισσότερα από τα µισά τοτινά διεθνή καρτέλ
παραγωγής αποτελούσαν κοινή γερµανοβρεταννική ιδιοκτησία (ένα απ’
αυτά µάλιστα παρήγε εκρηκτικές ύλες). Όλοι αυτοί οι εντυπωσιακοί
ανοδικοί δείκτες δεν εµπόδισαν τις παραπάνω χώρες να εµπλακούν σε
έναν από τους φονικότερους πολέµους από καταβολής κόσµου. H
οικονοµική συνεργασία γεννιέται καθ’ εαυτήν από οικονοµικές ανάγκες
και αναγκαιότητες που δεν έχουν αναγκαστική σχέση µε φιλικές ή
εχθρικές προθέσεις από πολιτική άποψη• συνιστά ένδειξη καλών
πολιτικών σχέσεων µόνον υπό την προϋπόθεση ότι έχουν λυθεί οι τυχόν
γεωπολιτικές εκκρεµότητες, δηλαδή το ζήτηµα ποιος δικαιούται να
εκδιπλώνεται κυρίαρχα πάνω σε ποιόν χώρο. Και όπως τα δεδοµένα της
οικονοµικής συνεργασίας διόλου δεν καθορίζουν νοµοτελειακά (αν και
επηρεάζουν συχνά) τη διαµόρφωση και την άσκηση µιας εθνικής
εξωτερικής πολιτικής, έτσι δεν την καθορίζει αναγκαστικά ούτε η µορφή
και το ποιόν του εσωτερικού καθεστώτος.
Η φιλελεύθερη και οικονοµιστική λογική ισχυρίζεται: η ανάπτυξη µιας
οικονοµίας γεννά µια τάξη φιλελεύθερων επιχειρηµατιών, αυτοί
προωθούν τον εκσυγχρονισµό και τον εκδηµοκρατισµό, οπότε η χώρα
γίνεται φιλειρηνική, γιατί επεκτατικές είναι µόνον οι µη δηµοκρατικές
χώρες. Ο συλλογισµός αυτός είναι ιδεολογικός και εσφαλµένος σ’ όλην
τη γραµµή. Ακόµα κι αν δεχθούµε ότι η επιχειρηµατική τάξη προτιµά
παντού και πάντα το κοινοβουλευτικό καθεστώς από µιαν άµεση ή
έµµεση δικτατορία κοµµένη και ραµµένη στα µέτρα της (αυτό είναι
άκρως αµφίβολο, αλλά δεν ενδιαφέρει εδώ), και πάλι δεν έχει λόγο να
ανασχέσει την εθνική επέκταση, αν την κρίνει συµφέρουσα. Ποια
επιχειρηµατική τάξη δεν έχει επωφεληθεί από τη διευρυνόµενη πολιτική
και στρατιωτική ισχύ της χώρας της; Τι δείχνει ο ζήλος, µε τον οποίο
σήµερα οι Τούρκοι επιχειρηµατίες στυλώνουν το µάτι εκεί όπου το
στυλώνει και η διπλωµατική-στρατιωτική ηγεσία, π.χ. στον Καύκασο,
στη Μ. Ανατολή, στην Κεντρική Ασία – στην Ελλάδα επίσης; Τα
εξοπλιστικά προγράµµατα της χώρας τους τα χαιρετίζουν και αυτοί, όπως
τα χαιρετίζουν παντού και πάντα οι επιχειρηµατίες (και οι εργάτες), όταν
συνδέονται µε επενδύσεις, απασχόληση και κρατικές παραγγελίες.
Γενικότερα, οι συνιστώσες του γεωπολιτικού δυναµικού, οι οποίες
προσδιορίζουν τη διαχρονική συνισταµένη της εξωτερικής πολιτικής,
µόνον τυχαία και εξωτερικά συνδέονται µε τη δηµοκρατική ή ηµι-
δηµοκρατική, δικτατορική ή ηµιδικτατορική µορφή του εσωτερικού
καθεστώτος.
Η Ιστορία δείχνει ότι οι δηµοκρατίες µπορεί να είναι εξ ίσου επεκτατικές
και αξιόµαχες όσο και οι τυραννίες. Η αγγλική αυτοκρατορία
συγκροτήθηκε ακριβώς παράλληλα µε την εδραίωση και την εµβάθυνση
του κοινοβουλευτικού πολιτεύµατος στη µητρόπολη. Και ο αµερικανικός
ιµπεριαλισµός βρίσκεται σήµερα στην αποκορύφωση της παγκόσµιας
ισχύος του κραδαίνοντας το λάβαρο της πανανθρώπινης δηµοκρατίας και
των «ανθρωπίνων δικαιωµάτων».
Τα επίπεδα της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής τα συγχέει
ιδιαίτερα η «αριστερή» παραλλαγή του οικουµενισµού και του
οικονοµισµού, η οποία διατείνεται τα εξής: ο τουρκικός επεκτατισµός
αποτελεί κατά βάση προσπάθεια της άρχουσας τάξης να περισπάσει την
προσοχή των µαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήµατα· θα
υποχωρήσει όταν τα προβλήµατα αυτά λυθούν από δηµοκρατικές και
σοσιαλιστικές δυνάµεις, γιατί οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε
µεταξύ τους. Η επιχειρηµατολογία αυτή χωλαίνει από το πρώτο κιόλας
βήµα, γιατί δεν εξηγεί τους λόγους, για τους οποίους η περίσπαση του
λαού µέσω του εθνικισµού και του επεκτατισµού έχει συνήθως τόσο
καλά αποτελέσµατα. Γιατί, αλήθεια, αφήνεται ο λαός να περισπαστεί
ειδικά µ’ αυτόν τον τρόπο, τι του αρέσει ιδιαίτερα σ’ αυτήν την
περίσπαση, έτσι ώστε να επιλέγεται αυτή, και καµµιά άλλη, προκειµένου
να τον παραπλανήσει; Προ του 1914 ισχυρότατα σοσιαλιστικά κόµµατα
κήρυσσαν στη Γερµανία και στη Γαλλία ότι θα µαταιώσουν τον πόλεµο
κι ότι «οι δύο λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε µεταξύ τους»· όταν
όµως ο πόλεµος ξέσπασε πράγµατι, τότε όχι µόνον οι σοσιαλιστές, αλλά
ακόµα και οι ίδιοι οι εθνικιστές τα έχασαν µπροστά στον πατριωτικό
ενθουσιασµό των µαζών εκατέρωθεν. Αν από τα ιστορικά παραδείγµατα
περάσουµε στην κοινωνιολογική γενίκευση µπορούµε να πούµε ότι –
ανεξαρτήτως του τι κάνουν δηµογραφικά φθίνοντες και καλοµαθηµένοι
πληθυσµοί σε ανίσχυρες χώρες όπου οι εθνικιστικές κορώνες συχνά
εξυπηρετούν απλώς την ανάγκη ψυχικών υπεραναπληρώσεων – µάζες
νεαρών ανθρώπων σε χώρες µε µεγάλο γεωπολιτικό δυναµικό κατά
κανόνα ενστερνίζονται αυθόρµητα και ειλικρινά τα επεκτατικά
συνθήµατα. Στις 11 Σεπτεµβρίου 1882 ο Engels έγραφε στον Kerensky
από το Λονδίνο: «Με ρωτάτε τι νοµίζουν οι Άγγλοι εργάτες για την
αποικιακή πολιτική ; … το ίδιο ό,τι και οι αστοί… οι εργάτες τρώνε κι
αυτοί πρόσχαρα από το µονοπώλιο της Αγγλίας στην παγκόσµια αγορά
και στις αποικίες». Στη συγκαιρινή µας Τουρκία δεν υπάρχει η
παραµικρή σοβαρή ένδειξη ότι τµήµατα του λαού αποδοκιµάζουν µε
οποιονδήποτε τρόπο την εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεών του, και
ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στην Κύπρο όλες οι δηµοσκοπήσεις δείχνουν
ακριβώς το αντίθετο. ∆εν µου είναι γνωστή καµµία οµαδική διαµαρτυρία
για την εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου από την Κωνσταντινούπολη,
την Ίµβρο και την Τένεδο, ούτε για τον εποικισµό της βορείου Κύπρου.
Αυτό διόλου δεν σηµαίνει ότι κάθε Τούρκος µισεί κάθε Έλληνα, το ίδιο
όπως και διόλου δεν µισεί προσωπικά κάθε Έλληνας τον κάθε Σκοπιανό
όταν του αρνείται το δικαίωµα να ονοµάζει το κράτος του «Μακεδονία».
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγµατα, γι’ αυτό και
υποπίπτουν σε µια σοβαρή οφθαλµαπάτη όσοι µετά από µιαν εγκάρδια
προσωπική επαφή ή µετά από µιαν κοινή µπουζουκο-κατάνυξη µε
Τούρκους βγάζουν εσπευσµένα πολιτικά συµπεράσµατα χωρίς βέβαια να
έχουν ποτέ αποσπάσει από τους συνοµιλητές, συµπότες ή συµπαίκτες
τους µια δεσµευτική δήλωση υπέρ µιας συγκεκριµένης ελληνικής και
εναντίον µιας συγκεκριµένης τουρκικής θέσης. H αρχή ότι «οι λαοί δεν
έχουν να µοιράσουν τίποτε µεταξύ τους» αποτελεί εφεύρεση όχι των
λαών, αλλά των διανοουµένων, γι’ αυτό άλλωστε δεν αποσύρεται ποτέ,
όσο κι αν τη διαψεύδει η εµπειρία. Αντίθετα, η εµπειρία µεθερµηνεύεται
κατάλληλα, έτσι ώστε να παραµένει αλώβητη η αρχή. Ως γνωστόν, όταν
το 1974 έγινε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, πρωθυπουργός της
Τουρκίας ήταν ο σοσιαλιστής ηγέτης Μπουλέντ Ετσεβίτ. Και να ποιο
συµπέρασµα έβγαλαν οι Έλληνες από το γεγονός αυτό: ο Ετσεβίτ δεν
είναι «γνήσιος» σοσιαλιστής, αλλά εξ ίσου «Οθωµανός» και «Αττίλας»
όσο και οι Τούρκοι µη σοσιαλιστές (ως άτοµο βέβαια ο Ετσεβίτ έχει
θαυµάσια δυτική παιδεία, και µάλιστα οι αξιόλογες ποιητικές επιδόσεις
του έχουν µεταφρασθεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες).
Όµως το ορθό – και πολύ ανησυχητικότερο – πολιτικό συµπέρασµα θα
όφειλε να είναι το εξής: στα µεγάλα θέµατα της εξωτερικής πολιτικής οι
Τούρκοι σοσιαλιστές σκέφτονται όπως οι Τούρκοι στρατηγοί. Και τούτο
συµβαίνει για λόγους πολιτικούς, όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές
είναι κι αυτοί «Οθωµανοί»· στο κάτω-κάτω ο Ετσεβίτ δεν έκανε παρά
ό,τι έκαναν και οι Γάλλοι σοσιαλιστές, όταν το 1956 διέταξαν ως
κυβέρνηση την επέµβαση στη διώρυγα του Σουέζ ή όταν λίγο πρωτύτερα
ξεκίνησαν τον άγριο αποικιακό πόλεµο στην Αλγερία, ενώ ακόµα ήσαν
νωπά τα διδάγµατα από την καταστροφή στην Ινδοκίνα.
Η τιθάσευση της Τουρκίας µέσω της ένταξής της στην «Ευρώπη»
συνδέεται στενά µε τις ελπίδες και µε τα σφάλµατα της ελληνικής
πολιτικής. Το πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες το οµολογεί συνεχώς και
άθελά της η ίδια η ελληνική πλευρά, όταν από τη µια µεριά ισχυρίζεται
ότι η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» θα κάνει την Τουρκία
«πολιτισµένο» και φιλειρηνικό κράτος, ενώ συνάµα από την άλλη είναι
υποχρεωµένη να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των
«αξιών» τις µεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν µε
άνεση οπότε το κρίνουν συµφέρον άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών
αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ’ εαυτήν τα ήθη. Τα σφάλµατα,
πάλι, προκύπτουν από µιαν κακή εκτίµηση της σηµασίας της «Ευρώπης»
για την ανερχόµενη Τουρκία. Επειδή η Ελλάδα, αδυνατώντας να σταθεί
µοναχή στα πόδια της, περιµένει τα πλείστα ή τα πάντα από άλλους τείνει
εύλογα να προβάλλει τη δική της κατάσταση και διάθεση στην
κατάσταση και διάθεση άλλων, νοµίζοντας π.χ. ότι η «Ευρώπη» έχει για
την Τουρκία την ίδια απόλυτη σηµασία όσο για την Ελλάδα. ∆εν υπάρχει
αµφιβολία ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να πάρει από την Ευρωπαϊκή
Ένωση ό,τι περισσότερο µπορεί· όµως για την ευρασιατική Τουρκία η
Ευρώπη είναι µόνον ένα πεδίο δραστηριότητας ανάµεσα σε άλλα, ενώ
για την Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικά το µοναδικό· γιατί στα Βαλκάνια
δεν έχει ούτε την οικονοµική ούτε τη στρατιωτική δύναµη να παίξει
ηγεµονικό ρόλο, κι αυτός βέβαια δεν επιτυγχάνεται επειδή δέκα ή είκοσι
µικροµεσαίοι κάνουν κέρδη στη Ρουµανία ή τη Σερβία. Με άλλα λόγια, η
σχέση της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιο σύνθετη απ’
ό,τι η σχέση της Ελλάδας προς αυτήν και µπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως
εξής: η Ευρωπαϊκή Ένωση εκ των πραγµάτων δεν µπορεί να
ικανοποιήσει όλα τα αιτήµατα µιας Τουρκίας σήµερα 62 και αύριο 100
εκατοµµυρίων κατοίκων, παράλληλα όµως τα ζωτικά της συµφέροντα
δεν της επιτρέπουν να απογοητεύσει πλήρως την τουρκική πλευρά· η
Τουρκία παραµένει σε σηµαντικό βαθµό ανεξάρτητη από την Ευρωπαϊκή
Ένωση, παράλληλα όµως τα δικά της ζωτικά συµφέροντα τής
υπαγορεύουν να διατυπώνει προς την Ένωση ποικίλα, κυρίως οικονοµικά
αιτήµατα.
Μέσα στη διελκυστίνδα αυτή θα διεξάγεται στις επόµενες µία ή δύο
δεκαετίες ένα συνεχές παζάρι, µε εντάσεις και µε υφέσεις, όπου τα
τουρκικά αιτήµατα συχνά θα υποστηρίζονται από τις Ηνωµένες
Πολιτείες, οι οποίες άλλωστε µόλις πρόσφατα ζήτησαν από την
Ευρωπαϊκή Ένωση να αποδεχθεί την Τουρκία ως πλήρες µέλος. Κατά
πασά πιθανότητα, τα σπασµένα αυτού του παζαριού θα τα πληρώσει η
Ελλάδα. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση (και πάντως τα ισχυρότερα µέλη
της), µη µπορώντας να δώσει στην Τουρκία όλα όσα επιθυµεί, θα
επιδιώκει να την κατευνάσει µε ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την
Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Αν
αυτό πράγµατι συµβεί, όπως φοβούµαι εντονώτατα, τότε θα δούµε µια
ακόµη από τις τραγικές εκείνες ειρωνείες, τις όποιες τόσο συνηθίζει η
Ιστορία.
Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώµατι στην
«Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο
ευρωπαϊκός της προσανατολισµός θα µεταβληθεί σε όργανο de facto
µετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας. Η τουρκική επιρροή θα
ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άµεσα, αλλά – κάπως µετριασµένη –
µέσω των ευρωπαϊκών και των αµερικανικών αγωγών, και δεν
αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή
εκλογικεύσεις, ν’ αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις
έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο µέρος και αυτονόητο καθήκον του
«εξευρωπαϊσµού» της αφού µάλιστα οι «πολιτισµένοι άνθρωποι», που
έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισµούς», δεν ξεκινούν
πολέµους για πράγµατα τόσο απαρχαιωµένα µέσα στον εκλεπτυσµένο
µας κόσµο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώµατα.
Μήπως αυτά σηµαίνουν ότι η Ελλάδα οφείλει να ξεκόψει από τις
σηµερινές της συµµαχίες; Βεβαίως όχι, καθώς εναλλακτική λύση δεν
υπάρχει. Αλλά η ελληνική πλευρά πρέπει να κατανοήσει έµπρακτα, κι όχι
µόνον λεκτικά, ότι η αξία µιας συµµαχίας για ένα της µέλος καθορίζεται
από το ειδικό βάρος του τελευταίου µέσα στο σύνολο της συµµαχίας. Πιο
λιανά: οι σύµµαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς.
Καµµιά συµµαχία και καµµιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον
βρίσκεται µαζί της σε σχέση µονοµερούς εξάρτησης. Τα «δίκαια» της
Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας
παρίας µε διαρκώς απλωµένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια,
επιδοτήσεις και «προγράµµατα στήριξης».
Η λύση του προβλήµατος της εθνικής βιωσιµότητας, όχι σε λογιστική,
αλλά σε παραγωγική βάση, αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση
σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Οι εθνικοί πόροι πρέπει να
αντιµετωπισθούν µε γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως
αριθµητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήµατος που προέρχεται
από την άνοδο του τουρισµού δεν είναι το ίδιο µε το 1% που δίνει µια
σύγχρονη εξοπλιστική βιοµηχανία. Και πρέπει επίσης να εκλογικευθούν
και να χρησιµοποιηθούν στο σύνολό τους (δεν µου είναι κατανοητό λ.χ.
γιατί η Κύπρος, µε ετήσιους ρυθµούς οικονοµικής ανάπτυξης γύρω στο
5% κατά την τελευταία δεκαπενταετία και µε αύξουσα ευηµερία, δεν
συµβάλλει οικονοµικά -τρόποι βρίσκονται- στα ελληνικά εξοπλιστικά
προγράµµατα· όποιος αισθάνεται µέρος του ελληνισµού το αποδεικνύει
σηκώνοντας εθνικά βάρη). Η προσπάθεια αυτή είναι απαραίτητη, γιατί
στην τωρινή συγκυρία, που είναι δυσµενέστατη για την Ελλάδα, έχει
προέχουσα σηµασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απωλεσθεί έδαφος, µε
την ελπίδα ότι µελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισµό
δυνάµεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναµικό της Τουρκίας και
θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει µιαν Ιστορική ανάσα. Αν όµως
απωλεσθεί έδαφος στο προσεχές διάστηµα, οι απώλειες θα είναι
ανεπανόρθωτες και πιθανότατα µοιραίες.
Φυσικά, οι ελπίδες δεν ισοδυναµούν µε βεβαιότητες. Ας υπογραµµίσουµε
ακόµα µια φορά ότι η βαθύτερη αιτία της αύξουσας τουρκικής πίεσης
πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισµική ούτε στενά πολιτική και
παροδική, αλλά έγκειται στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάµεσα
στο γεωπολιτικό δυναµικό των δύο χωρών. Σε ορισµένους κρίσιµους
τοµείς, όπως ο δηµογραφικός, ξέρουµε από τώρα ότι το παιγνίδι είναι
χαµένο. Αν θέλουµε να παραµείνουµε νηφάλιοι, έστω και µε αντίτιµο την
απαισιοδοξία, οφείλουµε να πούµε ότι και σε άλλα πεδία στρατηγικής
σηµασίας αρχίζουν να παγιώνονται αναντίστροφες εξελίξεις.
Η Ελλάδα µεταβάλλεται σταθερά σε χώρα µε περιορισµένα κυριαρχικά
δικαιώµατα, δηλαδή δικαιώµατα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση
εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η
στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Η
διακήρυξη «δεν παραχωρούµε τίποτε» δεν έχει έµπρακτο αντίκρυσµα
όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιµες ώρες τις µεσολαβητικές προσπάθειες
των Ηνωµένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα
πληρωθούν µε παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά
ανταλλάγµατα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας µε
την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδεικνύοντας έτσι άθελά της πόσο είναι
πιθανό να µετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς µέσω του
«ευρωπαϊκού δρόµου» και της επιρροής των «Ευρωπαίων εταίρων».
Τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλµένοι ή έστω συζητήσιµοι
χειρισµοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόµενα µιας βαθύτερης
ιστορικής κόπωσης, µιας προϊούσας, ηδονικής µάλιστα παράλυσης. Στον
βαθµό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός
δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέµου θα αποµακρύνεται, οι
ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόµα
ηδονικότερη, εφ’ όσον η υποχωρητικότητα θα αµείβεται µε
αµερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται
κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόµενος Βαλκάνιος, και επίσης µε δάνεια και
δώρα για να χρηµατοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισµός. Απ’ αυτές
τις συνθήκες ό,τι στην πραγµατικότητα θα συνιστά κάµψη της ελληνικής
αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναµικού, οι
Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονοµάζουν «πολιτισµένη
συµπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισµού» και «εξευρωπαϊσµό».
Πράγµατι, το σηµερινό δίληµµα είναι αντικειµενικά τροµακτικό και
ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σηµαίνει για την Ελλάδα
δορυφοροποίηση και ο πόλεµος σηµαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του
διλήµµατος αυτού, η ανατροπή των σηµερινών γεωπολιτικών και
στρατηγικών συσχετισµών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση
ενός ηράκλειου άθλου, για τον όποιο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως
είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.
Οι µετριότητες, υποµετριότητες και ανθυποµετριότητες, που
συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσµο, δεν
έχουν το ανάστηµα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήµατα
τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους, ίσως να καταρρεύσουν ακόµα και
στην περίπτωση όπου θα βρεθούν µπροστά στη µεγάλη απόφαση να
διεξαγάγουν έναν πόλεµο γιατί, αν ο πόλεµος είναι συνέχεια της
πολιτικής, ποιος πόλεµος θα συνεχίσει µια σπασµωδική πολιτική; Οι
ευρύτερες µάζες, καθοδηγούµενες από το ίδιο ένστικτο της
βραχυπρόθεσµης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά
βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόµενες
γαλανόλευκα ράκη, οπότε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν
ήσυχη συνείδηση το κλέβουν µόνιµα µε παντοειδείς τρόπους: από τη
φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαµε τα
ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαµηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το
50% του µέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης!) και την κραυγαλέα
ανισότητα ανάµεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, µε
αποτέλεσµα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου. Αν
λάβουµε υπ’ όψιν µας µόνον όσα πράττονται και αφήσουµε εντελώς στην
άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε
φαίνεται να βρισκόµαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής
ευθανασίας, υπό τον ορό να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγµατα, ώστε
κανείς να µην έχει την άµεση ευθύνη, και επίσης υπό τον ορό να
τεχνουργηθούν απροσµάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις
(«ελληνοκεντρικές» ή «εξευρωπαιστικές», αδιάφορο). Τις τραγωδίες ή
τις κωµωδίες, που µπορούν να περιγράψουν µε τις αρµόζουσες
αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση,
θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Εµένα µου έρχεται στον νου η τετριµµένη,
αλλά πάντοτε ευθύβολη θυµοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και
κοιµάται.

Βίντεο

Μόνιμα