Antistasi

 Της Δανάης Γεωργιάδη

Διαδίδεται ανεξέλεγκτα και επικίνδυνα ο όρος «νεοκύπριοι»

Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στο νησί αποτελούσαν ανέκαθεν ένα «έθνος», το κυπριακό, το οποίο διασπάσθηκε πολύ πρόσφατα, όταν η Αθήνα επέβαλε ελληνική συνείδηση στον χριστιανικό πληθυσμό του νησιού

Η ΥΒΡΙΣ βρήκε έκφραση σε δηλώσεις όπως «οι δύο λεγόμενες μητέρες πατρίδες εισέβαλαν στην Κύπρο», ή «οι Κύπριοι έχουν περισσότερα κοινά με τους Σύρους παρά με τους Έλληνες»

Η απροσδόκητη και από το πουθενά εμφάνιση, λίγα χρόνια μετά το 1960, του όρου «νεοκύπριοι» και της ιδεολογίας που αυτός εξέφραζε, ενέσκηψε ως κεραυνός εν αιθρία στην Κύπρο, που αγωνιζόταν ακόμα να οργανωθεί ως κράτος και, λίγο αργότερα, να συνέλθει από την Τουρκική Εισβολή. Σήμερα, κάποιες δεκαετίες μετά, αντί να αποδυναμωθεί και να εξαλειφθεί η αποδομητική ιδεολογία, παρεισέφρησε παντού, και διαδίδεται ανεξέλεγκτα και καταλυτικά επικίνδυνα.

Οι νεόκοπες θεωρίες, που διαστρεβλώνουν και παραχαράσσουν χωρίς αιδώ την επί 3500 χιλιάδες χρόνια ελληνική ιστορία και ελληνικό πολιτισμό της Κύπρου, αναζητούν επιχειρήματα στο απώτατο παρελθόν της και στην πιθανή σχέση των προελληνικών πολιτισμών με τους Φοίνικες, ενώ θεωρούν τους Μυκηναίους, που εξελλήνισαν την Κύπρο, περίπου ως κατακτητές! Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στο νησί αποτελούσαν ανέκαθεν ένα «έθνος», το κυπριακό, το οποίο διασπάσθηκε πολύ πρόσφατα, όταν η Αθήνα επέβαλε ελληνική συνείδηση στον χριστιανικό πληθυσμό του νησιού!

Οι θεωρίες αυτές υποκινήθηκαν από τη βρετανική διπλωματία και ήταν μια ιδεολογική κάλυψη, που έπρεπε να πλαισιώνει την επιβληθείσα λύση της ανεξαρτησίας του 1960. Η λύση αυτή, ως γνωστόν, αφενός καταστρατήγησε τη θέληση όλων σχεδόν των Ελληνοκυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα -όπως εκφράστηκε στο δημοψήφισμα του 1950 και στον Αγώνα 1955-59- ενώ αφετέρου εξέθρεψε την τουρκοκυπριακή διεκδικητικότητα, προσφέροντας στη μειοψηφία του 18% πρωτοφανή και πέρα από κάθε προηγούμενο δικαιώματα.

Η νέα θεωρία σύντομα αποδείχθηκε ότι βόλευε ιδιαίτερα και τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις των Ελληνοκυπρίων που έψαχναν βάση για να πετύχουν αποστασιοποίηση της Κύπρου από την Ελλάδα του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι ανθελληνικές αυτές τάσεις ενισχύθηκαν τα επόμενα χρόνια, με τη συστηματική καλλιέργεια σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας μας μιας κυπροκεντρικής συνείδησης και μιας απαξιωτικής στάσης για την Ελλάδα και την ελληνική εθνική μας ταυτότητα. Η ύβρις βρήκε έκφραση σε δηλώσεις όπως «οι δύο λεγόμενες μητέρες πατρίδες εισέβαλαν στην Κύπρο», ή «οι Κύπριοι έχουν περισσότερα κοινά με τους Σύρους παρά με τους Έλληνες». Από τα δημόσια έγγραφα αφαιρέθηκε η ένδειξη «εθνικότητα», και αφέθηκε μόνο η αναφορά στην υπηκοότητα, που λειτουργεί άχρωμα και ισοπεδωτικά («υπηκοότητα: κυπριακή»).

Οι μαθητές συγκεκριμένης κομματικής νεολαίας διατείνονται με το θράσος του ανιστόρητου ότι «δεν είναι Έλληνες, αλλά Κυπραίοι» και ότι «δεν μιλούν ελληνικά, αλλά κυπριακά». Επιπλέον, η κυπριακή διάλεκτος, την οποία όλοι αγαπούμε και όλοι χρησιμοποιούμε παράλληλα με τη νεοελληνική κοινή, ανάλογα με την επικοινωνιακή περίσταση στην οποία βρισκόμαστε, προωθείται σήμερα με εντελώς ετεροβαρή τρόπο σε βάρος της κοινής, μέσα από την τηλεόραση και το διαδίκτυο.

Στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, μάλιστα, ακούγονται από κάποιους εν ώρα διδασκαλίας ανιστόρητες και αντιεπιστημονικές θέσεις, που υποστηρίζουν ότι «η κυπριακή δεν είναι διάλεκτος, αλλά γλώσσα» και ότι «η κυπριακή έχει περισσότερες διαφορές παρά ομοιότητες με την Ελληνική», και «πολλές ομοιότητες με την Τουρκική»!

Η παραχάραξη της αλήθειας είναι οργανωμένη, ενώ αφήνεται πρόσφορο έδαφος σε όσους λειτουργούν διαβρωτικά στο φρόνημα των Ελληνοκυπρίων και σε όσους μεθοδεύουν την αναγωγή της κυπριακής διαλέκτου σε γλώσσα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Το έργο τους, δυστυχώς, ευκολύνεται ακόμα περισσότερο από την ολιγωρία μας, να αφήσουμε ανοχύρωτη γλωσσικά μια ολόκληρη γενιά Ελληνοκυπρίων, αφενός κάνοντας αποτυχημένα πειράματα στη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, και αφετέρου αποκόπτοντας τους μαθητές μας σχεδόν παντελώς από τη διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας και γενικά των κλασικών γραμμάτων. Η απόδοση του απαιτούμενου σεβασμού στη γλώσσα μας -την αρχαιότερη εν ζωή σήμερα γλώσσα- δεν είναι πλέον αυτονόητη ανάμεσα στους νέους μας, καθώς λείπουν το βίωμα, οι στέρεες γνώσεις και η επίγνωση της αξίας της Ελληνικής στη διαχρονία της.

Απτή απόδειξη και συνέπεια της αλλοτρίωσης, που άρχισε να επέρχεται σε όλα τα επίπεδα, είναι και η απόδοση του τίτλου «εθνικιστής» σε όποιον τολμά να μιλά θετικά για την Ελλάδα, ή να διατρανώνει την ελληνικότητα της Κύπρου και του ιδίου. Ενδεικτική είναι και η πολιτική για χρήση της λέξης «Κύπριος» για τους Ελληνοκυπρίους. Αυτό, σε αντίθεση με τη χρήση της λέξης «Τουρκοκύπριος» για τους Τουρκοκυπρίους, δεν δηλοί τίποτε άλλο παρά την αποδυνάμωση της συνείδησής μας ως Ελλήνων και την ενδυνάμωση της «συνείδησής» μας ως Κυπρίων, έναντι μιας εντελώς αντίθετης αντίληψής μας για τους Τουρκοκυπρίους, στους οποίους αναγνωρίζουμε δικαιωματικά την τουρκική καταγωγή τους.

Η πολιτική αυτή του αφελληνισμού και της παραχάραξης της πολιτισμικής μας φυσιογνωμίας οδήγησε και σε σκεπτικισμό ως προς τις προθέσεις της έκθεσης της Επιτροπής των επτά Ακαδημαϊκών για την Παιδεία, που κατατέθηκε το 2004 και περιλαμβάνει όρους, όπως «Δημοκρατική και Ανθρώπινη Παιδεία στην Ευρωκυπριακή Πολιτεία».

Η επινόηση του όρου «Ευρωκυπριακή Πολιτεία» κάθε άλλο παρά αθώα είναι, καθώς κανένα άλλο κράτος δεν χρησιμοποίησε ποτέ αντίστοιχο (π.χ. ευρωγαλλική, ευρωγερμανική πολιτεία), ενώ, σε συνδυασμό με τον όρο «νεοσύστατο Κυπριακό έθνος-κράτος» εξυπηρετεί την προώθηση στα σχολεία μας της ιδεολογίας, ότι όλοι οι κάτοικοι της Κύπρου -Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες και Λατίνοι- αποτελούμε ένα έθνος.

Αυτή η «ουδετερότητα» στο όνομα μιας διαπολιτισμικής ιδεολογίας είναι ασφαλώς εγκληματική, ενώ η χρήση των όρων «Δημοκρατική» και «Ανθρώπινη» για την Παιδεία είναι εντελώς ουτοπική και ανιστόρητη, αν η σημασία που τους αποδίδεται δεν ξεκινάει από αυτήν που είχαν στον αρχαιοελληνικό και στον χριστιανικό κόσμο.

Στο πνεύμα αυτό της αποστασιοποίησης από την Ελλάδα και της προσπάθειας οικοδόμησης μιας ενιαίας κυπριακής «εθνότητας» κινείται, εν μέρει, και αριθμός διδακτικών βιβλίων της Υπηρεσίας Ανάπτυξης Προγραμμάτων των τελευταίων ετών για το μάθημα της Ιστορίας, καθώς και μεγάλο μέρος του εκπαιδευτικού υλικού του δικοινοτικού οργανισμού «Όμιλος Ιστορικού Διαλόγου και Έρευνας».

Ενδεικτικά, αναφέρεται το βιβλίο του ΟΙΔΕ που αφορά στην περίοδο της Τουρκοκρατίας -και που τιτλοφορείται «Η Οθωμανική περίοδος στην Κύπρο»- στο οποίο οι μειονότητες ονομάζονται με το εθνικό τους όνομα (Μαρωνίτες, Λατίνοι, Αρμένιοι, Εβραίοι), ενώ οι Έλληνες δηλώνονται απλώς ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί και οι Τούρκοι ως Μουσουλμάνοι. Όλοι μαζί δε, κατακτητές και κατακτημένοι, παρουσιάζονται περίπου ως θύματα «κακοδιοίκησης, βαριάς φορολογίας, επιθέσεων ακρίδων και επιδημιών», τα οποία «επιδείνωναν τις συνθήκες διαβίωσης και προκαλούσαν γενικότερη δυσφορία και δεινά στις κοινότητες της Κύπρου».

Η μεθόδευση που επιχειρείται

ΤΕΛΟΣ, πολύ πρόσφατο τεκμήριο της επιχειρούμενης άμβλυνσης του ελληνικού εθνικού μας φρονήματος, και της προσπάθειας δημιουργίας από το πουθενά κυπριακού «έθνους» και ανάλογης «συνείδησης», παρέχει πρόσφατη συνεργασία μιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού με Ιδιωτικό Πανεπιστήμιο. Στη σχετική εγκύκλιο του ΥΠΠ εξαγγέλλεται η συνεργασία και η διοργάνωση σεμιναρίου «που θα εστιάζει στην έννοια «ταυτότητα»… µέσα από την κυπριακή πραγματικότητα κάτω από τις νέες οικονοµικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες».

Στη δική του ανακοίνωση για το τέλος του προγράμματος, το εν λόγω Πανεπιστήμιο αναφέρεται στους σκοπούς που είχε αυτό: «να διεξαχθεί έρευνα για τον ρόλο της εθνικής και προσωπικής ταυτότητας, να χρησιμοποιηθεί η οπτική γλώσσα… για τον επαναπροσδιορισμό της κυπριακής ταυτότητας, να γίνει παραγωγή εργασιών που να προωθούν τη σημασία της «Κυπριακότητας»… Η όλη θεματική… ενεργοποίησε την κοινωνική και πολιτισμική συνείδηση και κριτική σκέψη των μαθητών/φοιτητών, και βοήθησε έτσι ώστε να καταστούν ενεργοί συμμέτοχοι στον αναγκαίο επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας του λαού μας».

Είναι πασιφανής η μεθόδευση που επιχειρείται: υπάρχουν, κατά τους συντάκτες των πιο πάνω κειμένων, τέτοιες αλλαγές στην Κύπρο σήμερα, που καθιστούν αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας του λαού μας -προφανώς της Ελληνικότητάς μας- και την αντικατάστασή της από μια καινούργια, αναθεωρημένη ταυτότητα, την «Κυπριακή». Προς ενίσχυση, μάλιστα, των ισχυρισμών, και κατ’ αναλογία με την «Ελληνικότητα», χρησιμοποιείται και ο όρος «Κυπριακότητα», που θα δώσει σάρκα και οστά στην νέα μας υπόσταση, καλύπτοντας προφανώς όλους τους κατοίκους της Κύπρου.

Σε καμία περίπτωση δεν αντιστρατευόμαστε την ειρηνική και με αλληλοσεβασμό συμβίωση όλων των νομίμων κατοίκων της Κύπρου. Αυτό επιβάλλεται να γίνει, προκειμένου ο τόπος αυτός να ελπίζει σε καλύτερο μέλλον. Εκείνο το οποίο καταδικάζουμε είναι η παραχάραξη της ιστορίας και η ασέλγεια στην ιστορική μας φυσιογνωμία, χάριν της συμβίωσης αυτής. Η συμβίωση μπορεί να επιτευχθεί μόνο με προσήλωση και σεβασμό στη μία και μόνη ταυτότητά μας: στη μακραίωνη ελληνική ιστορία, γλώσσα και πολιτισμό μας, και στην ορθόδοξη χριστιανική μας πίστη.

Η παράδοσή μας θα μας τροφοδοτήσει με το απαραίτητο υπόβαθρο και τις αντιστάσεις, ώστε να μην αλωθούμε από την ενορχηστρωμένη προπαγάνδα των ντόπιων και μη ανθελλήνων, και από την αριθμητική και υλική υπεροχή των Τούρκων. Ας μην ξεχνάμε, ότι λαοί που δεν σέβονται τον εαυτό τους και βαδίζουν ανερμάτιστοι, δεν νοείται να απαιτούν τον σεβασμό των άλλων, και είναι καταδικασμένοι σε παρακμή.

ΔΑΝΑΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ
Φιλόλογος

Βίντεο

Μόνιμα