Antistasi

 Απρίλιος 2017, 08:00 | Σημερινή

Μετά το πρώτο σοκ των κοινοτικών, ενόπλων συγκρούσεων των Χριστουγέννων του 1963 στην Κύπρο και την άμεση απόπειρα των Άγγλων, τον Ιανουάριο του 1964, να επιβάλουν με την πενταμερή διάσκεψη του Λονδίνου διχοτομική «λύση», η οποία προνοούσε μετακίνηση πληθυσμών και η οποία απέτυχε χάρη στη σθεναρή αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο αγγλοαμερικανικός παράγοντας άρχισε να εξετάζει διάφορες άλλες «λύσεις», από τις οποίες όχι μόνον δεν έλειπε η ιδέα της Ενώσεως, αλλά παρουσιαζόταν ως πιθανώς η πιο συμφέρουσα για όλους τους εμπλεκομένους.

Η διερεύνηση αυτής της περιόδου δεν πρέπει να παραβλέπει την απερίσκεπτη ετοιμότητα της τότε υπηρεσιακής κυβέρνησης της Ελλάδος ν’ αποδεχτεί τις αγγλικές «ιδέες» επιβολής λύσης με ΝΑΤΟϊκή επέμβαση, πράγμα που έδωσε στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο μια μοναδική ευκαιρία «ηθικής» ενίσχυσης τής από καιρό διαμορφωθείσας πρόθεσής του ν’ αποκλείσει όσο μπορούσε την ελλαδική ανάμειξη στις αποφάσεις για το μέλλον της Κύπρου.

Αυτήν τη στάση κράτησε σε όλη τη διάρκεια της διαμάχης του με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τη μετέδωσε και στην πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων. Σε αυτήν του τη στάση είχε την αμέριστη στήριξη μερίδας της ελληνοκυπριακής εμποροβιομηχανικής δεξιάς, που απέρριπτε την Ένωση ως οικονομική οπισθοδρόμηση, αλλά κυρίως είχε τη στήριξη του κομμουνιστικού ΑΚΕΛ, το οποίο ουδέποτε στήριξε την Ένωση με άδολες προθέσεις.

Το γεγονός ότι οι σύγχρονοι ερευνητές και ιστορικοί συγγραφείς δρουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι πληροφορίες απλώς παρατίθενται χωρίς να αξιολογούνται ή να ερμηνεύονται υπό το φως των πεποιθήσεων, των εντυπώσεων, των δυνατοτήτων και γενικότερα των στοιχείων εκείνων που μεταβάλλουν ριζικά την ουσία και την αξία τους, καθιστά την εξαγωγή καθαρών συμπερασμάτων όχι μόνο δύσκολη αλλά και αδύνατη.

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά το 1964, το ερώτημα αν η Ένωση θα μπορούσε τότε να είχε επιτευχθεί, παραμένει ακόμα ουσιαστικά αναπάντητο, τυλιγμένο σε μια μυθολογία «αντίστασης» του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου εναντίον μιας ΝΑΤΟϊκής συνωμοσίας, που επεδίωκε τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Η τελευταία απόπειρα για μια καλύτερη απάντηση έγινε από τον Σωτήρη Ριζά με άρθρο του στην «Κ» στις 7.8.2016 («Το Σχέδιο Άτσεσον για το Κυπριακό»), όπου παρουσιάζει την πρόταση των Αμερικανών της 20.8.1964 για παραχώρηση 5% εδάφους της Κύπρου στην Τουρκία με μίσθωση για 50 χρόνια με αντάλλαγμα την Ένωση, ως τη μοναδική πραγματικά «χαμένη ευκαιρία» λύσης του Κυπριακού.

Αυτή, όμως, η πρόταση είχε απορριφθεί από την τουρκική πλευρά δυο μέρες μετά, στις 22.8.1964. Οι Τούρκοι επέμεναν σε μεγαλύτερη βάση και πλήρη κυριαρχία και δεν δέχονταν τη ληξιπρόθεσμη εκμίσθωση (έγγραφο 363 secret, δημοσιευμένο από το 2000 στο Foreign Relations of the US, vol. XVI, σ. 280-281).

Στο μεταξύ, έχοντας ο Παπανδρέου εξασφαλίσει την «άδεια» των Αμερικανών να κηρύξει την Ένωση (με παραμερισμό του Μακαρίου) και να συζητήσει μετά με τους Τούρκους τις λεπτομέρειες ενοικίασης βάσης, έστειλε τον Υπουργό του της Άμυνας Πέτρο Γαρουφαλιά στην Κύπρο στις 20 Αυγούστου να εξασφαλίσει τη σύμπραξη του Μακαρίου, χωρίς να χρειασθεί ο παραμερισμός του.

Μαζί με τον Παπανδρέου ήξεραν και οι Αμερικανοί ότι κήρυξη της Ένωσης χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις προς τους Τούρκους και συζήτηση για ενοικίαση βάσης μετά, σήμαινε επ’ αόριστον συνομιλίες (αν γίνονταν καθόλου) χωρίς αποτέλεσμα. Στο μεταξύ, η Ένωση θα εδραιωνόταν, χωρίς να υπάρξει συμφωνία με την Τουρκία. Δεν υπήρχε λόγος να λεχθεί στον Μακάριο οτιδήποτε για συνομιλίες περί ενοικίασης βάσης μετά την Ένωση, αφού θα άρπαζε μια τέτοια ευκαιρία για να αρνηθεί.

Ο Μακάριος, όμως, έτσι κι αλλιώς, απέρριψε την πρόταση της ελληνικής Κυβέρνησης (με την οποία συμφωνούσε και η αξιωματική αντιπολίτευση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και ο βασιλιάς), με αποτέλεσμα ο Υπ. Εξ. των ΗΠΑ να συντάξει το έγγραφο 479 secret (Foreign Relations of the US, vol. XVI, σ. 286-288) στις 23ης Αυγούστου 1964, όπου παρότρυνε την Ελλάδα να προχωρήσει με την κήρυξη της Ένωσης.

Αναγνώριζε ότι εφόσον οι Τούρκοι είχαν ήδη απορρίψει την πρόταση βάσης με ενοίκιο, η Ελλάδα είχε κάθε δικαίωμα να μη συζητήσει καθόλου το θέμα με την Τουρκία και γι’ αυτό προειδοποιούσε απλώς την Ελλάδα για κάποια «μετα-ενωσιακά» προβλήματα, όπως την άρνηση της ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ. ν’ αποχωρήσει από το νησί, πράγμα, πάλι, που θα μετριαζόταν, έγραφε, με ένα ψήφισμα της Γ. Σ. του ΟΗΕ προς την Τουρκία, που να την παρότρυνε «να εγκαταλείψει τα δικαιώματά της και να φύγει από την Κύπρο», («…the UN General Assembly might pass a resolution calling upon the Turks to relinquish these rights and get out»).

Την ίδια μέρα, 23 Αυγούστου 1964, ο μεσολαβητής Άτσεσον παραδεχόταν με δικό του έγγραφο (462 secret, Foreign Relations of the US, vol. XVI, σ. 282), ότι μόλις οι Έλληνες αποφάσιζαν να εφαρμόσουν την Ένωση θα μπορούσαν να πουν ότι θα ήταν «χωρίς όρους, όπως πράγματι και θα ήταν, αφού οι Τούρκοι θα είχαν χάσει το λεωφορείο». («When Greeks were ready to produce Enosis, they could say that it was unconditional as it would indeed be since the Turks would have missed the bus»).
Στις 25 Αυγούστου 1964 παραδέχτηκαν και οι Άγγλοι επίσης ότι με τους όρους που προσφερόταν στους Έλληνες η Ένωση, οι Τούρκοι δεν θα έπαιρναν τίποτε (έγγραφο DEFE 11/456, FO 10368).

Η πληθώρα των πληροφοριών εκείνων των ημερών σε έγγραφα, εκθέσεις, επιστολές, μηνύματα, οι ιδέες που ανταλλάσσονταν και διασταυρώνονταν απανωτά (η μετά την άρνηση Μακαρίου απόφαση του Παπανδρέου να δεχθεί την πρόταση-ενοίκιο για 5% έδαφος και η αυθημερόν απόσυρσή της όταν ο Λουκής Ακρίτας τού θύμισε ότι δεν μπορούσε να επιβάλει αυτήν τη λύση), οι προσπάθειες που γίνονταν μέχρι την τελευταία στιγμή για να ικανοποιηθεί και η Τουρκία με κάποιο τρόπο, συν τα διάφορα δικά μας ατομικά συμφέροντα και διαπλοκές, θολώνουν το τοπίο και παρεμποδίζουν την ορατότητα ως προς το τι μπορούσε να είχε επιτευχθεί.

Η ασυνεννοησία μεταξύ των Ελλήνων, κυρίως λόγω κυπριακής υπαιτιότητας, που οφειλόταν στην απόφαση εγκατάλειψης του στόχου της Ενώσεως εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στάθηκε η κύρια αιτία της μη επίτευξης της Ενώσεως τον Αύγουστο του 1964 και των δεινών που ακολούθησαν.

ΑΝΤΗΣ ΡΟΔΙΤΗΣ

Βίντεο

Μόνιμα