Antistasi
Καθήκον της Βουλής να μην ασκεί, κατά τρόπο καταχρηστικό, τις εξουσίες της και να ενεργεί αντισυνταγματικά.
 
Κατά γενική αρχή του Δικαίου, η οποία επίσης απορρέει από την Αρχή της Νομιμότητας και του Κράτους Δικαίου, καμιά διοικητική αρχή κανένα όργανο και κανένας οργανισμός και κανένα πρόσωπο φυσικό ή νόμικο δεν δύνανται να ασκούν τα κεκτημένα, από την οικεία έννομη τάξη, εξουσίες τους, κατά τρόπο καταχρηστικό.
Στη έννοια δε του δημοσίου δικαίου, η καταχρηστική άσκηση αρμοδιότητας συνιστά λόγο ακυρώσεως της πράξης. Κατάχρηση δε, κατ’ αυτή την έννοια, θεωρείται η εξυπηρέτηση σκοπού αλλότριου από τον επισήμως, πλην όμως προσχηματικώς, επικαλούμενο. Κατ’ επέκταση και κατά λογική, αλλά πρωτίστως και κατά νομική ακολουθία των πιο πάνω, αντίστοιχη υποχρέωση αποφυγής κατάχρησης εξουσίας ή κατάχρησης δικαιώματος έχουν και τα πολιτειακά όργανα τα οποία είναι φορείς των τριών εξουσιών λειτουργών της πολιτείας.
Ρητώς δε η παράγραφος 1 του Άρθρου 137 του Συντάγματος απαγορεύει στη Βουλή των Αντιπροσώπων, με νόμο ή απόφαση της να ποιείται δυσμενή διάκριση εις βάρος οιασδήποτε εκ των δύο κοινοτήτων και σε περίπτωση παρέκκλισης παρέχει το δικαίωμα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να προσφεύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο και αντίστοιχη εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να ελέγχει τέτοια παρεκτροπή.
Το Άρθρο δε 179 του Συντάγματος καθιστά το Σύνταγμα ως τον υπέρτατο Νόμο της Δημοκρατίας και ρητώς απαγορεύει στη Βουλή των Αντιπροσώπων να νομοθετεί και σε οποιοδήποτε όργανο, αρχή ή πρόσωπο ασκούν εκτελεστική εξουσία ή διοικητικό λειτούργημα να αποφασίζουν ή να ενεργούν με καθ’ οποιονδήποτε τρόπο αντίθετα ή ασύμφωνα προς οιανδήποτε διάταξη του Συντάγματος.
 
Περιεχόμενο της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 60/2017
 
Η Κανονιστική Διοικητική Πράξη 60/2017, η οποία θεσπίσθηκε στις 24/2/2017 και την οποία η προσβαλλόμενη πρόταση Νόμου αποβλέπει να επηρεάσει, στο Μέρος ΙΙ, Κανονισμός 3, υπό τον τίτλο ενότητας «οι Αρχές που διέπουν την ερμηνεία και εφαρμογή των παρόντων Κανονισμών» επιβάλει μεταξύ άλλων το σεβασμό στη φυλή, γλώσσα, θρησκεία και πεποιθήσεις του παιδιού ή των γονέων του και στην εθνική του καταγωγή. Ομοίως και ο Κανονισμός 4 κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης και συνείδησης του μαθητή καθώς και το δικαίωμα των γονέων του μαθητή να καθοδηγήσουν αυτό εις ότι αφορά την άσκηση του ως άνω δικαιώματός του. Επίσης και το εδάφιο 6 του ιδίου Κανονισμού, στις παραγράφους (β), (γ) και (δ), ορίζει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα αποσκοπεί στην ανάπτυξη του σεβασμού για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και αρχές που καθιερώνονται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, στην ανάπτυξη του σεβασμού προς τους γονείς του παιδιού, της ποιότητας του, τη γλώσσα του και τις πολιτιστικές του αξίες καθώς και του σεβασμού του προς τις εθνικές αξίες της χώρας στην οποία διαβιεί και στην προετοιμασία του παιδιού μεταξύ άλλων «σεβασμού προς τα πρόσωπα αυτοχθόνου καταγωγής».
Στην προκειμένη περίπτωση, συμφώνως του Κανονισμού 8, χωρίστηκαν οι σχολικές αργίες και συνακόλουθα οι σχολικές επέτειοι στις 4 ακόλουθες κατηγορίες:
1. Οι σχολικές αργίες
2. Οι καθιερωμένοι σχολικοί εορτασμοί, για τους οποίους μπορεί να διατεθούν μέχρι δύο διδακτικές περίοδοι
3. Επέτειοι στις οπολιες θα πραγματοποιούνται εκδηλώσεις με διάθεση μίας μόνο διδακτικής περιόδο
4. Επέτειοι στις οποίες γίνεται ανάγνωση μηνυμάτων και ολιγόλεπτη συζήτηση στην τάξη
Στη τέταρτη ως άνω Κατηγορία εντάσσεται και ο εορτασμός του Ενωτικού Δημοψηφίσματος της 15ης Ιανουαρίου 1950.
Ο αλλότριος σκοπός της προσβαλλόμενης πρότασης Νόμου
Με την προσβαλλόμενη Πρόταση Νόμου, άρθρο 2, επιδιώκεται όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων απεκδυομένη της σχετικής αρμοδιότητάς της, μεταφέρει στο Υπουργείο Παιδείας την αρμοδιότητα καθορισμού των σχολικών επετείων της τέταρτης ως άνω Κατηγορίας.
Δια της προσβαλλομένης Πρότασης Νόμου, κατά τρόπο παράδοξο και νομικώς ανακόλουθο, η Βουλή διατηρεί την αρμοδιότητα καθορισμού των επετείων των υπολοίπων κατηγοριών.
Από τα πρακτικά της συνεδρίασης της αρμόδιας Επιτροπής Βουλής, προκύπτει ότι ο λόγος για τον οποίο μεθοδεύεται η μεταφορά στον Υπουργό Παιδείας της αρμοδιότητας της Βουλής, γι’ αυτή και μόνο τη κατηγορία των επετείων, είναι η κατάργηση του εορτασμού της επετείου του Ενωτικού Δημοψηφίσματος. Τούτο δε γίνεται προκειμένου να καταστεί εφικτή η επιστροφή του ηγέτη των Τουρκοκυπρίων Μουσταφά Ακιντζί στις διακοινοτικές συνομιλίες και η συνέχιση των συνομιλιών. Τούτο δε αποκαλύπτει εναργώς η τοποθέτηση του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του ΑΚΕΛ Γιώργου Λουκαΐδη, ο οποίος σύμφωνα με τη δημοσιογραφική ανταπόκριση:
 
«…ξεκαθάρισε τη θέση του ΑΚΕΛ, τονίζοντας ότι το κόμμα του διατηρούσε και συνεχίζει να διατηρεί επιφυλάξεις σε σχέση με την παραχώρηση αρμοδιοτήτων της Βουλής σε Υπουργούς. Επεσήμανε ότι, στο συγκεκριμένο ζήτημα, υπάρχουν ειδικές συνθήκες, οι οποίες άπτονται της συνέχισης της διαπραγματευτικής διαδικασίας στο Κυπριακό, γεγονός που ωθεί το ΑΚΕΛ στο να στηρίξει την πρόταση νόμου του ΔΗΣΥ. Ήταν έντονος, ωστόσο, στο γεγονός ότι το ΑΚΕΛ διατηρεί το δικαίωμα να επαναφέρει το θέμα στη Βουλή, σε περίπτωση που γίνεται αλόγιστη χρήση από μέρους του Υπουργείου, σε σχέση με το δικαίωμα που θα παραχωρηθεί από τη Βουλή.
 
Συναφώς από σωρεία δημοσιευμάτων στον τύπο, ο εν λόγω Μουσταφά Ακιντζί θέτει ως όρο, προκειμένου να επανέλθει στις συνομιλίες, την κατάργηση της θεσπισθείσης κανονιστικής διάταξης περί εορτασμού της Επετείου του Ενωτικού Δημοψηφίσματος. Ως είναι ευλόγως αντιληπτό, εν’ όψει των ως άνω, η προσβαλλόμενη πρόταση Νόμου, εάν ψηφισθεί, συνιστά κατάχρηση εξουσίας και αρμοδιότητας εκ μέρους της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά τρόπο πολιτειακώς ανεπίτρεπτο και ασύμβατο με την ισχύουσα συνταγματική τάξη, καθ’ όσον εμφανίζεται η Βουλή να νομοθετεί όχι προκειμένου να καλύψει μίαν αναφύουσα ανάγκη ή να ρυθμίσει ένα τομέα του κοινωνικού γίγνεσθαι ως είναι και ο κατά το Σύνταγμα προορισμός της αλλά προκειμένου να εξυπηρετήσει αλλότριους προς το συνταγματικό προορισμό της σκοπούς, δηλαδή την επάνοδο του Μουσταφά Ακιντζί στις συνομιλίες. Η μεθόδευση αυτή συνιστά συνταγματικώς ανεπίτρεπτη εκτροπή καθ’ όσον:
(α) εμφανίζει τη Βουλή ως νομοθετούσα όχι ελευθέρως βουλευόμενη αλλά υπό το κράτος εκβιασμού, και
(β) παραβιάζει τη μείζονα κοινοβουλευτική και δημοκρατική αρχή ότι εις έκαστος βουλευτής ψηφίζει και νομοθετεί με βάση τη συνείδησή του και την εικαζόμενη βουλή των εκλογέων του και όχι στα κελεύσματα της κομματικής του ηγεσίας, δίκην νεοσύλλεκτου στρατιώτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, ως είναι κοινώς γνωστό, οι βουλευτές του ενός εκ των προτεινόντων την προσβαλλομένη Πρόταση Νόμου κόμματος, δηλαδή του ΔΗΣΥ, κατά τη ψήφιση της διάταξης, της οποίας σκοπείται η κατάργηση, τήρησαν αποχή. Τώρα δε, κατ’ επιταγή της λεγομένης και αντιτιθέμενης προς τους ελεύθερους θεσμούς, κομματικής πειθαρχίας, καλούνται ν’ αλλάξουν την ψήφο τους όχι κατά συνειδησιακή επιταγή αλλά κατ’ επιταγή της εν λόγω κομματικής πειθαρχίας. Τούτο δε παραβιάζει τη Δημοκρατική Αρχή η δε Βουλή ως σύνολο, καλουμένης να νομοθετήσει, ως η προσβαλλόμενη Πρόταση Νόμου παραβιάζει το Σύνταγμα.
Φυλετική διάκριση εις βάρος των αυτόχθονων Ελλήνων.
Τα δικαιώματα των μελών των δύο κοινοτήτων της Κύπρου να μην τυγχάνουν δυσμενούς διάκρισης προστατεύονται πρωτίστως από το Άρθρο 6 αλλά και το Άρθρο 5 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα των δύο κοινοτήτων να εορτάζουν τις εθνικές τους εορτές.
Επίσης το άρθρο 87 του Συντάγματος προέβλεψε αποκλειστική εξουσία σε κάθε κοινότητα, αναλόγως, να νομοθετούν επί θεμάτων θρησκευτικού χαρακτήρα και επί εκπαιδευτικών, μορφωτικών και διδακτικών θεμάτων και παρομοίως η παράγραφος 1 του Άρθρου 18 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα ελευθερίας σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας.
Η προσβαλλόμενη Πρόταση Νόμου είναι θεσμικώς άκυρη καθ’ όσον ευρίσκεται σε αντίθεση με το πνεύμα του Νόμου αλλά και με ένα εκ των βασικών σκοπών του Νομοθέτη, ο οποίος είναι η καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων, δεδομένου ότι εισάγει ανεπίτρεπτη φυλετική διάκριση σε βάρος την αυτοχθόνων Ελλήνων της Κύπρου, δοθέντος ότι ενώ θεσπίζει τον εορτασμό επετείων οι οποίες αφορούν άλλες ενότητες. (Αρμένιους, Εβραίους) ή που αφορούν το σύνολο των Ελλήνων καταργεί μία επέτειο, η οποία φορά αποκλειστικώς και μόνο τον Κυπριακό Ελληνισμό και μάλιστα όχι διότι αυτή η επέτειος εμπεριέχει οτιδήποτε το μεμπτό αλλά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο αλλότριος προς το νομοθετικό έργο και το συνταγματικό προορισμό της Βουλής, δηλαδή ο σκοπός της επιστροφής του Μουσταφά Ακιντζί στις συνομιλίες.
Σε ότι αφορά το κατά νόμω βάσιμο του υπό κρίση προνομιακού εντάλματος, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν τα εξής βασικά κίνητρα της προσβαλλόμενης Πρότασης Νόμου είναι:
(α) η εμμονή του ενός εκ των δύο προτεινόντων κομμάτων, δηλαδή του ΑΚΕΛ, η οποία εκδηλούται ως απέχθεια προς οτιδήποτε Ελληνικό και ως εχθρότητα προς την ιδέα και τα ιδεώδη του Ελληνισμού αλλά και η διαχρονική αντιπαλότητα του εν λόγω Κόμματος, στην, κατά το παρελθόν, επιδιωκόμενη λύση της Ενώσεως και
(β) τα καιροσκοπικά κίνητρα του δεύτερου εκ των προτεινόμενων κομμάτων του ΔΗΣΥ, τα οποία άπτονται της επιδίωξης επίτευξης της όποιας λύσης για το Κυπριακό πρόβλημα, ούτως ώστε να πιστωθεί την εν λόγω λύση το Κόμμα τους, του οποίου ο επί πολλά έτη ηγέτης, είναι ο σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας και συνομιλητής της Ελληνοκυπριακής πλευράς.
Εθνικιστικό Απελευθερωτικό Κίνημα
Νομικό Τμήμα

Βίντεο

Μόνιμα