Antistasi

αρχείο λήψης (1)

«Να πάτε τζιαι να τους τα διαλύσετε ούλλα!..»

 

Β΄

ΗΤΑΝ γύρω στις 8.30 μ.μ. του Σαββάτου 28 Ιουλίου 1973, ενώ στα τυπογραφεία Κυριακίδη στη Λευκωσία, ετοιμάζαμε το φύλλο της Κυριακής της αντιπολιτευόμενης τον Μακάριο καθημερινής εφημερίδας «Εθνική». Η εργασία για την έκδοση συνεχιζόταν κανονικά, όταν, ξαφνικά, τα πάντα νέκρωσαν. Αιτία, η εισβολή στα τυπογραφεία αποσπάσματος αστυνομικών με πολιτικά, ενώ πολλοί άλλοι αστυνομικοί του «Εφεδρικού», του ΤΑΕ Πύλης Πάφου και της ΚΥΠ, βρίσκονταν ένοπλοι πάνω και μπροστά από τα τυπογραφεία, όπως και τους γύρω δρόμους.

Ο ΓΡΑΦΩΝ βρισκόμουν στο μικρό γραφείο σύνταξης που υπήρχε εκεί, όπου και το τηλέφωνο, μαζί με άλλους δημοσιογράφους. Ετοιμάζαμε και προωθούσαμε στις λινοτυπικές ειδήσεις για στοιχειοθεσία, ενώ, ως υπεύθυνος βάρδιας, συνεργαζόμουν και με τον αρχισελιδωτή Ανδρέα Μεςλιφρονίδη, που δούλευε ακριβώς έξω από το γραφείο, τον αρχιλινοτυπίστα Πάμπο Προύντζο και διορθωτή Γωγάκη, που δούλευε σε διπλανό γραφείο.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ του αστυνομικού αποσπάσματος ήταν ο τότε λοχίας του ΤΑΕ Πύλης ΠάφουΑνδρέας Σεϊμένης και ένας πολίτης, στέλεχος του Συνεργατισμού. Με το που μπήκαν και τα πάντα σταμάτησαν, ο Σεϊμένης ρώτησε ποιος είναι ο υπεύθυνος. Απάντησα πως ήμουν εγώ, την ώρα που αστυνομικοί κινούνταν  με σπουδή σε όλα τα τμήματα δουλειάς, ώστε σε λεπτά μέσα. συγκέντρωσαν στην κεντρική αίθουσα του τυπογραφείου όλο το προσωπικό. Οι διαθέσεις των αστυνομικών ήταν έκδηλα επιθετικές, γι’ αυτό και μεταξύ των υπαλλήλων επικράτησε φοβία και βουβαμάρα.

  • ΝΑ σημειωθεί, ότι οι επιδρομείς δεν παρουσίασαν κανένα διάταγμα δικαστηρίου αναφορικά με έρευνα, ή για οτιδήποτε άλλο στο τυπογραφείο. Κάτι τέτοιο τούς ήταν άλλωστε αχρείαστο, αφού εκείνοι ήσαν τότε τα δικαστήρια, εκείνοι οι νόμοι, εκείνοι οι εφαρμογείς των νόμων. Με τους τρόπους, βέβαια, που μόνο οι ίδιοι ήξεραν!..

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ στο γραφείο, ένας αστυνομικός είδε ένα φάιλ πάνω στο τραπέζι και, αφού το άρπαξε με θυμό, το άνοιξε και μετροφυλλούσε τα χειρόγραφα που βρίσκονταν μέσα. Ο φάκελος αυτός ανήκε στο διευθυντή της εφημερίδας Χαράλαμπο Χαραλάμπους. Μας τον έδωσε το απόγευμα στα γραφεία της εφημερίδας, για να τον πάρουμε στο τυπογραφείο, στο οποίο θα ερχόταν αργότερα και ίδιος, όπως συνήθιζε.

ΕΙΠΑ στον αστυνομικό που πήρε το φάιλ ότι ανήκε στη διευθυντή και, άρα, δεν έπρεπε να τον πάρει, όμως αυτός περιορίστηκε να με κοιτάξει άγρια και να συνεχίσει να μετροφυλλά τα χαρτιά.  Ο Σεϊμένης, εξ’ άλλου, πρόσεξα ότι με έβλεπε με χαμηλωμένο και σκεφτικό ύφος και υποψιαζόμουν ότι αυτό οφειλόταν στο ότι του ανέθεσαν την παράνομη εκείνη επιχείρηση και βρήκε υπεύθυνο έναν γνωστό του από παλιά. Όντως γνωριζόμαστε, αφού ως αστυνομικός του ΤΑΕ, επισκεπτόταν με άλλους συναδέλφους του πολύ συχνά τα γραφεία της «Μάχης» του Ν. Σαμψών και τον εξυπηρετούσα. Αναφέρομαι στην περίοδο 1968-72, όταν ήμουν νεαρός δημοσιογράφος στην «Μάχη» και το «Θάρρος» και ο Σαμψών διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον Μακάριο. Εξ αιτίας αυτού, τα μέλη της Αστυνομίας ζητούσαν τη βοήθεια του Σαμψών, για διορισμούς, προαγωγές και μεταθέσεις. Ο Σεϊμένης, από χωριό της Πάφου, ερχόταν και έβαζε στην εφημερίδα μνημόσυνο κάποιου αδελφού του και, σε κάθε τέτοια περίπτωση, ο Σαμψών τον παρέπεμπε σε μένα. Αυτός πιστεύω ήταν κι ο λόγος, που με απομάκρυνε από το τυπογραφείο τη μοιραία νύχτα και δεν είχα την κακή τύχη των υπολοίπων, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Στην Πύλη Πάφου με «Λαντ Ρόβερ»

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ η σύλληψή μου και η μεταφορά μου στο σταθμό της Πύλης Πάφου. Τη μεταφορά μου ανέλαβε ο λοχίας Μιχαλάκης Κουής, οποίος επιβιβάστηκε μαζί μου σε ανοικτό «Λαντ Ρόβερ», με οδηγό άλλον αστυνομικό. Καθ’ οδόν, ρώτησα επανειλημμένα τον Κουή γιατί με συνέλαβαν και πού θα με έπαιρναν, όμως απάντηση ποτέ δεν πήρα. Στη διαδρομή διαπίστωσα επίσης, ότι το αστυνομικό όχημα δεν πήγαινε προς την Πύλη Πάφου, αλλά προς το παλιό ΓΣΠ. Για να σταματήσει κάποια στιγμή κάτω από την πολυκατοικία «Σιαντεκλέρ», όπου βρίσκονταν τα γραφεία της «Εθνικής». Ο Κουής μού ζήτησε τότε τα κλειδιά των γραφείων της εφημερίδας και του είπα πως δεν τα είχα. «Εγώ», είπα, «δεν είμαι ούτε διευθυντής, ούτε διαχειριστής της εφημερίδας»…

ΠΗΓΑΜΕ στη συνέχεια στην Πύλη Πάφου, όπου ο Κουής μεμ παρέδωσε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, που ήταν στον πρώτο όροφο. Το ΤΑΕ ήταν τότε – και όχι μόνο – χώρος βασανιστηρίων συλλαμβανομένων ενωτικών, γι’ αυτό και όλοι το ονόμαζαν «Νταχάου», από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και βασανιστηρίων των ναζιστών στην Πολωνία, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.. Με έβαλαν να καθίσω σε κάποιο γραφείο όπου δεν υπήρχε κανείς, όπου μετά από λίγο μπήκαν και έκατσαν κοντά στο τραπέζι που καθόμουν δυο αστυνομικοί με πολιτικά. Με ρώτησαν πού ήμουν το προηγούμενο βράδυ, οπότε εγώ γέλασα και τους είπα: «Μα είναι για τον Βάκη που ενδιαφέρεστε; Καμιά σχέση, Άλλωστε, ψες ήμουν μέχρι αργά στο σπίτι του θείου μου Χαράλαμπου Παπαδόπουλου, κοντά στο δικό μου, στον Άγιο Δομέτιο». Ο Παπαδόπουλος ήταν λοχίας της Τροχαίας τότε και πολύ γνωστός σε όλους στην Αστυνομία Λευκωσίας. Συγγενής του Μακαρίου, από την Παναγιά.

ΕΦΥΓΑΝ τότε οι αστυνομικοί, κι εγώ σκεφτόμουν πόσο νυχτωμένοι ήταν να ρωτούν κάποιο δημοσιογράφο για την απαγωγή ενός υπουργού μέσα σε ανακριτικό γραφείο! Αυτό που κατάλαβα, όμως, ήταν ότι οι αστυνομικοί έκαναν απλώς κουβέντα και όχι ανάκριση για την απαγωγή. Το ήρεμό τους ύφος και η όλη τους στάση, αυτό αποδείκνυε. Δεν έφευγε όμως από τη σκέψη μου και η πιθανότητα να γινόμουν κι εγώ θύμα βασανισμού, αφού αυτή ήταν η τακτική «ρουτίνας» για όσους μεταφέρονταν στο ΤΑΕ Πύλης Πάφου

«Θα σφάξουμε μωρά που τες κούνιες!..»

ΟΤΑΝ πέρασε λίγη ώρα και δεν ερχόταν κοντά μου κανείς, σηκώθηκα και προχώρησα προς την πόρτα, η οποία επικοινωνούσε με μεγάλο γραφείο υποδοχής, όπου πίσω από κάποιο γραφείο καθόταν ο αξιωματικός Κύπρος Μουρουζίδης, που γνώριζα ότι καταγόταν από τον Κάμπο. Μίλος με είδε, με ρώτησε αν θέλω καφέ. «Όχι», του είπα, «δεν θέλω. Θέλω όμως να μου πεις γιατί με συλλάβετε». Δεν μου απάντησε, οπότε συνέχισα:

-Θα σφάξουμε μωρά που τες κούνιες, αν μου δώσει κάποιος έστω και έναν πάτσο! Αύριο το πρωί θα είμαι καταζητούμενος τζιαι ούτε Γρίβαν ξέρω, ούτε Μακάριον! Πιάννετε έναν δημοσιογράφον που το γραφείον του, σαν κάμνει την δουλειάν του, και τον φέρνετε δαμέσα διότι έτσι θέλετε!..

ΒΕΒΑΙΑ, ούτε καν σκέψη υπήρχε μέσα μου για μωρά και κούνιες, όμως την ώρα εκείνη αισθανόμουν ότι θιγόταν η επαγγελματική αξιοπρέπεια. Ήταν θέμα γοήτρου. Επρόκειτο για εξωτερίκευση ενός θυμού, που είχε μεν τη δικαιολογία του, αλλά μπορούσε να γυρίσει σε βάρος μου. Ίσως να μην έγινε κάτι, λόγω του ότι ο Μουρουζίδης ήταν στην αίθουσα μόνος του και γνώριζε πολύ καλά και τον ιερέα πατέρα μου.

Ο ΜΟΥΡΟΥΖΙΔΗΣ, λοιπόν, ακούοντάς με, έσκασε ένα ελαφρύ χαμόγελο και μου είπε:

– Έσιεις αυτοκίνητον, για να πάεις έσσω σου;

– Δεν χρειάζομαι, του είπα, με θυμό. Έχω ποδήλατο…

Και χωρίς να πω έστω «καληνύχτα», προχώρησα προς τη σκάλα, κατέβηκα κάτω και πεζός πήγα στο «Σιαντεκλέρ», όπου βρισκόταν το ποδήλατό μου. Το πήρα και πήγα σπίτι μου. Θα ήταν δεκάμισι περίπου η ώρα. Έφαγα κάτι και έπεσα για ύπνο, χωρίς να ξέρω, ή να υποψιαστώ έστω το παραμικρό, για το όργιο που ακολούθησε τη φυγή μου από το τυπογραφείο. Νόμιζα ότι, όπως έγινε μαζί μου, θα έγινε και με τους άλλους που βρίσκονταν στο τυπογραφείο. Πού να ξέρω!..

Εκδικητικές συλλήψεις δημοσιογράφων και άλλων

ΤΗΝ «Εθνική» την Κυριακή την αγόραζα από το περίπτερο, όπου πήγαινα μετά τις δέκα. Έτσι, ξημερώνοντας η άλλη μέρα, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι το «δημοκρατικό» καθεστώς Μακαρίου δεν επέτρεψε την έκδοσή της και δεν κυκλοφόρησε. Ανησύχησα, όταν άκουσα στο μεσημβρινό δελτίο ειδήσεων του ΡΙΚ για πολλές συλλήψεις δημοσιογράφων, δικηγόρων και άλλων παραγόντων της Ενωτικής Παρατάξεως, «ως υπόπτων δια την απαγωγήν του υπουργού Δικαιοσύνης Χρίστου Βάκη», οι οποίοι και θα προσάγονταν στο δικαστήριο για να ζητηθεί η έκδοση διατάγματός κράτησής τους. Έσπευσα τότε να τηλεφωνήσω στον διευθυντή της «Εθνικής» Χαραλάμπους, για να δω τι γίνεται. Η μητέρα του Άννα, αδελφή του ήρωα της ΕΟΚΑ Πέτρου Γιάλλουρου, με πληροφόρησε ότι τον είχαν συλλάβει. Σκέφτηκα να μιλήσω με τον συνάδελφοΣπύρο Παπαγεωργίου, που ήταν υπεύθυνος της εβδομαδιαίας εφημερίδας της Ενωτικής Παράταξης «Πατρίς», αλλά έμαθα από τρίτο πρόσωπο, συγγενή του, ότι κι αυτός είχε συλληφθεί.

ΤΙ ΕΓΙΝΕ; Συνελήφθη το σύνολο σχεδόν των υπευθύνων και ανωτέρων συντακτών των ενωτικών εφημερίδων: «Εθνικής», Πατρίδας» και Γνώμης», ο Παπαγεωργίου, ανώτερος συντάκτης της «Ελευθερίας» και οι γνωστοί ενωτικοί Πανίκος Σωτρίου, δικηγόρος από τη Λεμεσό, Μιχάλης Καλογερόπουλος Διάκος, αξιωματικός του στρατού, Κυριάκος Σαβεριάδης, δικηγόρος από την Αμμόχωστο, σε σύνολο 20 σχεδόν άτομα. Απέφυγε τη σύλληψη μόνο ο δημοσιογράφος της «Μάχης» και γνωστός ενωτικός Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης, ο οποίος αναζητήθηκε αλλά δεν βρέθηκε στο σπίτι του, αφού βρισκόταν για το Σαββατοκύριακο στη γενέτειρά του Κακοπετριά. Η αναζήτησή του ήταν και η αιτία να βγει από το βράδυ εκείνο στα βουνά, όπου και παρέμεινε μέχρι και το Πραξικόπημα του επόμενου χρόνου. Είχε ενταχθεί στο αντάρτικο της ΕΟΚΑ Β΄ και δρούσε στην περιοχή Πιτσιλιάς.

Φοβερά και ανήκουστα περιστατικά

ΤΟ απόγευμα της Κυριακής είχα τη ευκαιρία να πληροφορηθώ τι ακριβώς έγινε στο τυπογραφείο της «Εθνικής». Φοβερά  και ανήκουστα πράγματα, αλλά όχι από εκείνα που ξάφνιαζαν τότε, αφού οι συλλήψεις με υποτιθέμενη υποψία, οι πολυήμερες κρατήσεις και τα φοβερά βασανιστήρια, ήσαν στην ημερήσια διάταξη του μακαριακού καθεστώτος. Κι το χειρότερο, ήταν ότι και τα δικαστήρια ακόμη έκλειναν τα μάτια στο όργιο αυτό. Εξέδιδαν απανωτά διατάγματα οκταήμερης κράτησης, δίδοντας πίστη σε ψευδορκίες για ανύπαρκτα γεγονότα, με τον τρόπο δε αυτό διευκόλυναν στο ανόσιο έργο τους τους ανακριτές-βασανιστές. Επεστρατεύθησαν τότε ως βασανιστές και άτομα ελεεινής κοινωνικής υπόστασης, αποβράσματα της κοινωνίας, εγκληματίες και αγράμματοι, οι οποίοι πληρώνονταν από τον κρατικό κορβανά, από τα χρήματα των φορολογουμένων, για να σαπίζουν στο ξύλο τους κρατούμενους!  Εκατοντάδες από αυτούς τους καθιστούσαν ανάπηρους, ενώ πολλοί  πέθαναν σε σύντομο χρονικό διάστημα εξ’ αιτίας των βασανισμών, ενώ επρόκειτο για νέους σε ηλικία και υγιέστατους! Ακόμα και κυβερνητικοί γιατροί έφεραν ευθύνη για το όργιο αυτό, αφού αρνούνταν να κάνουν τη σωστή διάγνωση για κτυπήματα και πληγές λόγω βασανιστηρίων, φοβούμενοι, όπως και οι δικαστές, απώλεια καριέρας. Φοβούνταν ακόμα και για τη ζωή τους! Και δεν είχαν άδικο…

Γολγοθάς σε…τρεις «πράξεις»!

ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ, λοιπόν, το βράδυ από το τυπογραφείο, όλοι οι άλλοι που έμειναν εκεί έζησαν ένα πραγματικό εφιάλτη. Τους έβαλαν όλους στη γραμμή και τους κτυπούσαν, τους ύβριζαν, τους γιουχάιζαν, τους εξευτέλιζαν με τον χειρότερο τρόπο. Κάποιοι άρχισαν να κλαίνε και να φωνάζουν δεχόμενοι τα κτυπήματα των επιδρομέων σε ολόκληρο το σώμα τους. Ούτε τον ηλικιωμένο δάσκαλο Γωγάκη δεν σεβάστηκαν «οι προασπιστές του νόμου και της τάξεως»(!) και τον κτυπούσαν αλύπητα, ενώ αυτός ανυπεράσπιστος γρύλλιζε από τους πόνους. Οι απειλές για θάνατο εναντίον όλων έδιναν και έπαιρναν, όπως και οι ακατονόμαστες ύβρεις, τόσο σε βάρος των ιδίων, όσο και στενών συγγενικών τους προσώπων!

Η ΚΡΑΙΠΑΛΗ αυτή κράτησε για πολλά ώρα, είχε μάλιστα δεύτερη και τρίτη «πράξη». Ποιες ήταν αυτές; Η πρώτη ήταν το ξυλοφόρτωμα και των πιεστών του τυπογραφείου, οι οποίοι έφτασαν ανυποψίαστοι για να πιάσουν δουλειά. Ούτε ήξεραν, ούτε ρώτησαν, ούτε και τους ενδιέφερε ότι ο ένας από αυτούς ήταν αριστερός και ανήκε στην ΠΕΟ. Ο άλλος, που κάθε άλλο παρά στην Ενωτική Παράταξη ανήκε, υπόφερε τα πάνδεινα στα χέρια των βασανιστών του, οι οποίοι του επετέθησαν μόλις μπήκε μέσα και άρχισαν να τον ξυλοκοπούν!

Άγριος ξυλοδαρμός σε πάρκιγκ

Η ΤΡΙΤΗ «ΠΡΑΞΗ» του δράματος, που δημιούργησαν σαν λυσσασμένα σκυλιά τα όργανα του μακαριακού κατεστημένου, αφορούσε τον διευθυντή της «Εθνικής», τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους. Ήταν γύρω στις 10.30 μ.μ., όταν έφτασε στον διπλανό προς το τυπογραφείο χώρο στάθμευσης – εκεί που τώρα έχει κτιστεί το νέο Δημαρχείο Λευκωσίας – όπου και έτυχε «αποθεωτικής υποδοχής», από τους «Εφεδρικούς». Συγκεκριμένα, δεν πρόλαβε να κατεβεί από το αυτοκίνητό του και πολιορκήθηκε από πολλούς, χωρίς να ξέρει περί τίνος επρόκειτο, ούτε και είχε γνώση τι ακριβώς γινόταν μέσα στο τυπογραφείο. Τον ρώτησαν ποιος ήταν, τους απάντησε, οπότε και άρχισε ο γολγοθάς του. Σαν άγρια θηρία του επιτέθηκαν και με γρόνθους και λακτίσματα τον έριξαν κάτω και τον ποδοπατούσαν όπου έφταναν! Τον είχαν κάτω και τον κτυπούσαν για ώρα, προκαλώντας του αιματώματα και μώλωπες παντού. Η μύτη του αιμορραγούσε, χέρια και πόδια δεν κουνιούνταν από το ξύλο, ενώ οι κραυγές πόνου που έβγαζε από το στόμα του, ακούονταν σε μεγάλη απόσταση! Άκουαν και οι εντός του τυπογραφείου όμηροι των επιδρομέων και περίμεναν να δουν κάποια στιγμή τον Χαραλάμπους. Αυτό, όμως, δεν έγινε, αφού οι αστυνομικοί τον έσυραν κάποια στιγμή σε ένα σαλούν «Μάζντα», που είχε τότε η Αστυνομία, και τον μετέφεραν σφαδάζοντα στις Κεντρικές Φυλακές!

ΜΕ βάση γραπτή καταγγελία που έκαμε  αργότερα ο Χαραλάμπους προς τον Πρόεδρο της Κυπριακής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη, Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε όλη τη διαδρομή προς τις Φυλακές δεχόταν συνεχώς κτυπήματα ενώ ήταν δεμένος πισθάγκωνα με χειροπέδες! Επειδή είχε υποβληθεί μόλις λίγες μέρες πριν σε εγχείρηση στην κοιλιακή χώρα, φώναζε και έλεγε στους βασανιστές του να μην τον κτυπούν στον τόπο της εγχείρησης μήπως και προκληθεί αιμορραγία. Τι ήθελαν όμως αυτοί να το ακούσουν: Τον κτυπούσαν με όση δύναμη είχαν εκεί ακριβώς, προκαλώντας του αφόρητους πόνους!..

ΜΕ όλα τα πιο πάνω, η «Εθνική» δεν κυκλοφόρησε την Κυπριακή 29 Ιουλίου 1973. Άλλωστε αυτό ήταν και αδύνατο, δεδομένου ότι οι επιδρομείς, αφού κόρεσαν το άκρατο πάθος και μίσος τους σε βάρος των ανυπεράσπιστων δημοσιογράφων και τεχνικών της εφημερίδας, τους έστειλαν όλους στα σπίτια τους, με την απειλή να μην πουν σε κανένα τίποτε για ό,τι έγινε!..

Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ και οι άλλοι συλληφθέντες, που είχαν τεθεί υπό οκταήμερη κράτηση για δήθεν συνέργεια στην απαγωγή Βάκη, απολύθηκαν τις επόμενες μέρες, αφού η σύλληψή τους δεν ήταν τίποτε άλλο από έκφραση αρρωστημένης εκδίκησης. Αντί το μακαριακό κατεστημένο να κινηθεί για να βρει τον απαχθέντα και τους απαγωγείς του, ξέσπασε σε δημοσιογράφους και σημαίνοντες πολιτικούς αντιπάλους υου καθεστώτος. Για να αποδείξει με τον τρόπο αυτό το απαίσιο του πρόσωπο και να δημιουργήσει κλίμα φοβίας στον κόσμο. Που δεν το πέτυχε. Τουλάχιστο οι υπάλληλοι των ενωτικών εφημερίδων, τους οποίους ζούσα, όχι μόνο δεν φοβηθήκαμε, αλλά σφίξαμε τα δόντια και ανανεώσαμε την απόφασή μας να κυκλοφορούμε τα έντυπά μας, ανεξάρτητα από την όποια καταπίεση. Και κανένας από μας δεν ήταν φανατικός ή έβλεπε τον Μακάριο ή οποιοδήποτε άλλο, ως αντίπαλο και εχθρό του.

Λόγω ειλικρίνειας, γλίτωσε το ξύλο

ΚΙ αφού ο λόγος για τον Μακάριο, να επισημανθεί το εξής: Μετά το Πραξικόπημα, κάποιοι από τους υπαλλήλους της «Εθνικής» θέλησαν να βρουν τους αστυνομικούς που τους κακοποίησαν.  Έναν απ’ αυτούς βρήκαν σε χωριό κοντά στη Λευκωσία και ενώ είχαν πρόθεση να τον κτυπήσουν, για να πάρουν εκδίκηση, αυτός τους αφόπλισε με τα λόγια του: «Μα τι θα εκάμναμε; Αφού πριν έρθουμε στο τυπογραφείο είμαστε στην Αρχιεπισκοπή και η εντολή που πήραμε ήταν «να πάτε τζιαι να τους τα διαλύσετε ούλλα!..»

Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ του αστυνομικού ήταν δεδομένη. Αυτό, όμως, κατ’ ουδένα λόγο δεν δικαιολογούσε τη βαναυσότητα που χρησιμοποιήθηκε από μέρους τους κατά την επιδρομή στο τυπογραφείο. Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι με τα λόγια του, γλίτωσε το ξύλο.

ΝΑ σημειωθεί, ότι έγινε και δεύτερη επιδρομή στο τυπογραφείο της «Εθνικής» – παρακρατικών αυτή τη φορά – που και πάλι είχε ως αποτέλεσμα την μη έκδοση της εφημερίδας. Έγινε τον Οκτώβρη του 1973. Περί αυτής, σε μιαν άλλη περίπτωση. Όσο για τον υπουργό Βάκη που απήχθη, αφέθηκε ελεύθερος μετά από έναν μήνα. Κρατήθηκε από την ΕΟΚΑ Β΄ σε απομόνωση, αρχικά στο χωριό Λάρνακας της Λαπήθου και αργότερα στην Πλατανιστάσα. Λεπτομέρειες και για το γεγονός αυτό, θα δημοσιεύσουμε εν καιρώ στο blog μας.

(Αρχείο Νίκου Παπαναστασίου-απόσπασμα)

nikospa.wordpress.com

29.7.2016

Βίντεο

Μόνιμα