Antistasi

 

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός γεννήθηκε το 1756 στον Στρόβολο. Σε μικρή ηλικία μπήκε δόκιμος στο μοναστήρι του Μαχαιρά, όπου έμαθε τα  πρώτα γράμματα. Αργότερα μετακινήθηκε στο μετόχι του μοναστηριού στον Στρόβολο και έτσι είχε την ευκαιρία να φοιτά στην «Σχολή Ελληνικών Γραμμάτων Και Μουσικής», στην Λευκωσία.

Το 1781 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1783 πήγε μαζί με άλλο ιερωμένο του Μοναστηριού στην Μολδοβλαχία για έρανο υπέρ της μονής Μαχαιρά. Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες παρέμεινε συνολικά 19 χρόνια, χειροτονήθηκε ιερομόναχος και φοίτησε σε ελληνική σχολή του Ιασίου.

Επέστρεψε στην Κύπρο το 1802, όπου μετά από σύντομη διαμονή στο  μοναστήρι του Μαχαιρά και στο μετόχι του στον Στρόβολο, έγινε  Οικονόμος στην Αρχιεπισκοπή. Το 1810 χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου και ανέλαβε το δύσκολο έργο της εξόφλησης των υπέρογκων  χρεών της Αρχιεπισκοπής. Εν τούτοις δεν δίστασε να δαπανήσει  για την ίδρυση «Ελληνικής Σχολής» (στα ανατολικά του κτηρίου  της Αρχιεπισκοπής), η οποία εξελίχθηκε αργότερα στο Παγκύπριο  Γυμνάσιο. Ταυτόχρονα, ενίσχυσε τα μοναστήρια, φρόντισε την  καταπολέμηση της ακρίδας και συνέβαλε στην είσπραξη των φορών  των οθωμανικών αρχών κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγονται οι  βιαιότητες τους εις βάρος των Χριστιανών. Επίσης κατόρθωσε να βελτιώσει τα οικονομικά της αρχιεπισκοπής.

Δεν είναι γνωστό πότε μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και από ποιόν. Όμως το 1820 έδωσε στο Φιλικό Δημήτριο Ίπατρο, που τον επισκέφθηκε, υπόσχεση για οικονομική βοήθεια. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Υψηλάντης έστειλε το συνεργάτη του Αντώνιο Πελοπίδα να παραλάβει τη «γενναία εισφορά» του Αρχιεπισκόπου, στέλνοντάς του μαζί με τις ευχαριστίες του, και το συνθηματικό μήνυμα ότι «η έναρξη του σχολείου εγγίζει», υπονοώντας τον επικείμενο ξεσηκωμό. Η Φιλική Εταιρεία είχε αποφασίσει, αυτή καθ´ εαυτή η Κύπρος, να μην αναλάβει ένοπλο αγώνα, λόγω κυρίως της γεωγραφικής της θέσης, αλλά να περιοριστή σε υλική βοήθεια. Ταυτόχρονα κάλεσε τον Αρχιεπίσκοπο «να σκεφθεί πώς να διαφυλάξει το ποίμνιο του από τους κατοίκους εκεί εχθρούς».

Ένα μήνα μετά την έναρξη της επανάστασης, εκδόθηκε σουλτανικό διάταγμα για τον αφοπλισμό των χριστιανών της Κύπρου, που εκτελέστηκε χωρίς αντίσταση. Ο Αρχιεπίσκοπος με εγκύκλιο του, που θυμίζει ανάλογη ενέργεια του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε´, καλούσε τους Έλληνες να υπακούσουν και να παραμείνουν ήρεμοι και αδρανείς. Πέραν της εγκυκλίου, έδωσε και διαβεβαιώσεις στον κυβερνήτη της Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ για τη νομιμοφροσύνη των Ελλήνων.

Παρά τις προσπάθειες του Αρχιεπισκόπου να διαφυλάξει την ειρήνη στο νησί, οι τουρκικές αρχές ήταν αποφασισμένες να προχωρήσουν σε ενέργειες εκφοβισμού του λαού. Με αφορμή προκηρύξεις που διένειμε στη Λάρνακα ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησέας, ο Κιουτσούκ κατήγγειλε στην Υψηλή Πύλη ότι οι Έλληνες Κύπριοι ετοίμαζαν επανάσταση, υποβάλλοντας ταυτόχρονα και κατάλογο προγραφών επιφανών προσώπων. Μετά την έγκριση του αιτήματός του, ο Κυβερνήτης προχώρησε σε συλλήψεις, δημεύσεις περιουσιών και εκτελέσεις. Την 9η Ιουλίου άρχισε η μεγάλη σφαγή των αρχιερέων και των προκρίτων του νησιού. Πρώτος απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος και ακολούθησε ο αποκεφαλισμός των Μητροπολιτών Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας. Τον επόμενο χρόνο ο Σουηδός επισκέπτης Μπέργκρεν έγραψε ότι «η Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν πιτσιλισμένα με αίμα».

Tις τελευταίες συγκλονιστικές στιγμές του Kύπριου Aρχιεπισκόπου περιέγραψε ο Άγγλος περιηγητής Tζων Kάρνε, ο οποίος τον επισκέφθηκε μερικές ημέρες πριν από την εκτέλεσή του. Όπως σημειώνει, όταν τον ρώτησε, γιατί δεν μεριμνούσε για τη σωτηρία του, αφού η πολιτική κατάσταση ήταν τεταμένη και η ζωή του απειλείτο, ο μάρτυρας Αρχιεπίσκοπος του δήλωσε ότι θα παρέμενε για να προσφέρει κάθε δυνατή προστασία στους κινδυνεύοντες Χριστιανούς και πως είχε αποφασίσει, αν χρειαζόταν, να θυσιασθεί μαζί τους. Xρόνια αργότερα, ο Bασίλης Mιχαηλίδης, στο ποίημά του «H 9η Iουλίου 1821», απέδωσε πολύ εύγλωττα την απόφαση αυτή του Kυπριανού, ο οποίος, απευθυνόμενος στον καλόψυχο Tούρκο Kιόρογλου, που τον προέτρεπε να ενεργήσει για τη σωτηρία του, δικαιολογεί την παραμονή του με τους στίχους: «Δεν φεύκω, Kιόρογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου / εν να γενή θανατικόν εις τους Pωμιούς του τόπου».

Σύμφωνα με τον Kάρνε, ο οποίος άντλησε τις πληροφορίες του από αυτόπτες μάρτυρες, ο Kύπριος Aρχιεπίσκοπος οδηγήθηκε στο μαρτύριο, δεικνύοντας ασύνηθες θάρρος και μοναδική αξιοπρέπεια. Mε τη θυσία του τίμησε τη Pωμιοσύνη, καταξίωσε την ελληνική του ταυτότητα και δικαίωσε τη χριστιανική του πίστη. Σεμνά, ταπεινά και με αξιοπρέπεια, χωρίς να επιδιώξει τον οίκτο κανενός, προχώρησε γαλήνιος προς τον θάνατο και την αθανασία.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός γνώριζε τον επικείμενο θάνατό του. Ο άγγλος περιηγητής επίσης αναφέρει ότι ο Αρχιεπίσκοπος του είπε: «Ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω πως μόνο ευκαιρία περιμένουν, για να με θανατώσουν». Και ενώ γνωρίζει την επικείμενη θανάτωσή του, εκούσια αποφασίζει να παραμείνει στην έπαλξή του, διασώζοντας την αξιοπρέπεια του Έλληνα και αντιμετωπίζοντας το θάνατο ως μια προσφορά προς το έθνος και το ποίμνιό του. Αρνήθηκε να φύγει από το νησί, για να σώσει τη ζωή του, λέγοντας ότι θα παρέμενε, για να προσφέρει κάθε δυνατή προστασία στο λαό του και να χαθεί μαζί του.

Ο ποιμενάρχης της Κύπρου Κυπριανός επεχείρησε να κρατήσει λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο ευκταίο και το εφικτό, ανάμεσα στη φιλοπατρία και τα ποιμαντορικά του καθήκοντα, υποστηρίζοντας από τη μια την επανάσταση στην Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα αποφεύγοντας να αναμίξει την Κύπρο ενεργά σ´ αυτή. Όμως όποιες και να ήταν οι επιλογές του, οι περιστάσεις και τα πάθη δε θα του επέτρεπαν να αποτρέψει την καταστροφή για το νησί.

Πρώτο θύμα ήταν ο ίδιος. Αρνούμενος να εγκαταλείψει το ποίμνιό του, βάδισε συνειδητά προς την αγχόνη, κερδίζοντας την αθανασία στη συλλογική μνήμη του ελληνισμού. Σ´ αυτή του την απόφαση εκδηλώνεται η ελληνορθόδοξη παράδοση της Κύπρου και συμπυκνώνεται το υπεριστορικό πνεύμα του ελληνισμού στον αγώνα του για την πατρίδα και την ελευθερία. Αυτό το πνεύμα εκφράζει και η απάντηση που έδωσε στις απειλές του Τούρκου κυβερνήτη της Κύπρου περί αφανισμού των Ρωμιών, με την οποία διασώζει ταυτόχρονα και την εθνική μας αξιοπρέπεια:

Η Ρωμιοσύνη έν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου

Κανένας δεν ευρέθηκε για να την ιξηλείψη

Κανένας γιατί σσιέπει την πού τάψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή όντας ο κόσμος λείψη.

Τα λείψανα του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των Μητροπολιτών Πάφου Χρύσανθου, Κιτίου Μελετίου, Κυρηνείας Λαυρεντίου, οι οποίοι εκτελέστηκαν μαζί με τον αρχιεπίσκοπο, φυλάσσονται σε μνημείο στο προαύλιο του ιερού ναού Φανερωμένης Λευκωσίας.  Το μνημείο κατασκευάστηκε  από μάρμαρο Πεντέλης το 1930.

Τιμούμε σήμερα τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, τους Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθο, Κιτίου Μελέτιο και Κυρήνειας Λαυρέντιο, καθώς και άλλους Μάρτυρες της 9ης Ιουλίου 1821, γιατί η διατήρηση της ιστορικής μνήμης ενδυναμώνει το ελληνικό φρόνημα του λαού μας, στοιχείο απαραίτητο στον αγώνα για ανάκτηση του τουρκοκρατούμενου τμήματος του νησιού μας. Ας είναι αιωνία η μνήμη τους.

http://toorama.blogspot.com/

Το δράμα της 9ης Ιουλίου το απαθανάτησε σε στίχο ο κύπριος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης. Η “9η Ιουλίου” αποτελεί το κορυφαίο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη το οποίο δικαίως του χάρισε τον τίτλο του εθνικού ποιητή. Αναφέρεται στον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των άλλων επισκόπων της Κύπρου. Η πλοκή, τα νοήματα και η αριστοτεχνική χρήση της κυπριακής τοπολαλιάς κάνουν το ποίημα να ξεχωρίζει σε βαθμό που να έχει αγαπηθεί από τον Κυπριακό λαό όσο κανένα άλλο.

Το ποίημα γράφτηκε προς το τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Είναι γραμμένο στην Κυπριακή διάλεκτο την οποία ξέρει χορταστικά και κινείται άνετα ενώ την καθαρεύουσα και τη δημοτική ποτέ δεν τις καλόμαθε πράγμα που του δημιούργησε τρομερό πρόβλημα στο γράψιμο.

Την ποίηση δεν τη σπούδασε, όμως ο Β. Μιχαηλίδης, μίμος των συγχρόνων του ποιητών, δεν θέλει να μείνει κατώτερος τους ούτε στα μέτρα ούτε στους ρυθμούς και στα άλλα τεχνάσματα στη μορφή της ποίησης. Χρησιμοποίησε τα πιο πολλά με ζηλευτή επιτυχία από ένστικτο και λεπτή αίσθηση της τέχνης.

`Οταν γράφει στην Κυπριακή διάλεκτο είναι πραγματικά άφθαστος. Ο στίχος του είναι ευκίνητος, καθαρός και με διαυγέστατο νόημα. Αυτοδίδακτος καθώς είναι, γράφει μέσα από την ψυχή του χωρίς προσποίηση, χωρίς επιτήδευση.

Το ποίημα αυτό αποτελεί την εκδήλωση της αγάπης του ποιητή προς την πατρίδα. Η Λάρνακα στην οποία έζησε ως νέος για αρκετό διάστημα ήταν τότε η πόλη των προξενείων, ένα κομμάτι της Ευρώπης, με κοινωνία την πιο μορφωμένη της Κύπρου. Είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και συναναστραφεί με ξένους. Ακόμη στον κύκλο της Μητρόπολης Κιτίου όπου ζούσε συζητούνταν όλα τα κοινοτικά και πολιτικά ζητήματα με τους Τούρκους αφέντες και τους `Ελληνες δημογέροντες. Τέλος στην κοινωνία της Σκάλας συζητούνταν τα διεθνή προβλήματα και οι σχέσεις των εθνών.

Από εκείνη την περίοδο, του μπήκε η ιδέα και ο πόθος να γίνει πολιτικός ποιητής για να τραγουδήσει τις τύχες και τη δόξα της πατρίδας του και να διεκδικήσει το δίκαιο της για απελευθέρωση.

Δεν υπήρξε, λοιπόν, τυχαίο το γράψιμο της “9ης Ιουλίου”. Αντίθετα, ήταν η φυσική έκφραση ενός οραματιστή και ιδεολόγου. Το ποίημα διακρίνεται για το επικό μεγαλείο του και το αριστοτεχνικό δέσιμο του.

 

Βίντεο

Μόνιμα