Antistasi


Με ευκαιρία την επέτειο γέννησης της μεγάλης Ελληνίδας τραγουδίστριας Βίκυς Μοσχολιού σαν σήμερα 17 Μαΐου, ο Κοινός Παρονομαστής αναδημοσιεύει από την εθνικιστική εφημερίδα 21ος Αιών τεύχος 24 που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1996 αποσπάσματα από την προφητική συνέντευξή της. Θα μπορούσε να είχε γραφτεί εχθές, σήμερα… ΚΠ

Τά τελευταία χρόνια ένα «υπόγειο ρεύμα» εθνικής άφυπνίσεως έχει αρχίσει νά διαπερνά τήν Ελληνική κοινωνία. Α¬πλοί άνθρωποι τοϋ λαού συνειδητο¬ποιούν τόν ξεπεσμό τών πολιτικών κομμά¬των σέ «συμμορίες» εξυπηρετήσεως ίδιων συμφερόντων. Τήν αντεθνική καί α¬ντιλαϊκή πολιτική τών εκάστοτε κυβερνή¬σεων έναντι τών εθνικών θεμάτων, τής οι¬κονομίας, τής παιδείας κ.τ.λ. Τήν ανθελλη¬νική στάσι τών Ευρωπαίων καί μή «συμ-μάχων» μας. Τόν ύπερχόμενο αφελληνι¬σμό μέσα στο χωνευτήρι τής Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Σ’ αυτούς τούς ψι¬θύρους πού ακούγονται καί στήν τελευ¬ταία γωνία τής πατρίδος
μας, έρχονται νά υψώσουν και τή δική τους, φωνή, άν¬θρωποι επώνυμοι μέ έργο σέ διάφορους κοινωνικούς τομείς. “Ανθρωποι πού ή γνώμη τους έχει βαρύνουσα σημασία, λό¬γω τής προβολής πού έχουν πετύχει μέ τό έργο τους καί γιατί οί απόψεις τους αυτές έρχονται σέ αντιπαράθεση μέ τά προσω¬πικά τους συμφέροντα, τά όποια θά υπε¬ράσπιζαν καλύτερα ώς αυλοκόλακες τού σάπιου κατεστημένου. Τελευταία «άποκάλυψις» γιά τούς “Ελληνες εθνικιστές
ή¬ταν ή Βίκυ Μοσχολιοΰ. Μιά τραγουδίστρια πού έβαλε τό δικό της πετραδάκι σ’ αυτό πού λέμε λαϊκό τραγούδι. Παραθέτουμε αποσπάσματα συνεντεύξεως πού παρα¬χώρησε στο περιοδικό «ΔΙΦΩΝΟ» μέ τήν ελπίδα ότι τό «καζάνι αυτό πού βράζει» θά διοχετεύσει πολιτικώς τήν ενέργεια του, ώστε νά αποκτήσει ή χώρα μας τούς “Ελληνες ηγέτες πού χρειάζεται στις κρί¬σιμες αυτές στιγμές. Εισέβαλε τό ξένο τραγούδι, οί εταιρείες πουληθήκανε σέ πολυεθνικές καί αυτές οί πολυεθνικές θέλανε νά κατα-στρέψουν τό ελληνικό τραγούδι, όπως θέλουν νά καταστρέψουν τή γλώσσα μας καί πολλά άλλα πράγματα.
Γιατί νά θέλουν νά καταστρέψουν το ελληνικό τραγούδι;
Β.Μ. Οί ξένοι τό κάνουν αυτό. Θέ¬λουν νά ισοπεδώσουν τό τραγούδι, όπως θέλουν νά ισοπεδώσουν τή γλώσσα μας, τόν πολιτισμό μας, τό εθνικό μας αίσθημα.

Διακρίνω μία εθνική αγωνία στά λόγια σας;
Β.Μ. “Ε, βέβαια, Πιστεύω δέν είμαι ή μοναδική, αλλά αγαπώ πολύ τήν πατρίδα μου, τήν αγαπώ πάρα πολύ, δέν δέχομαι καμιά ξένη εισβολή. Στεναχωριέμαι μέ όλα αυτά τά πράγματα πού γίνονται γύρω μας. Γιατί αυτή ή γλώσσα πού είναι πλού¬σια καί σπουδαία τήν έχουν καταστρέψει, τήν παιδεία μας τήν καταστρέψανε. Καλά νά σοϋ αναπτύξω τό κάθε θέμα θέλουμε πολλές ώρες. Τι νά σοϋ πώ τώρα; Ότι πή¬γαινα σχολείο καί τό σχολείο μας είχε ό¬λους τούς εθνικούς ήρωες; τόν δάσκαλο μας πού έλεγε γιά τις στιγμές τοΰ ’21 ό¬ταν μας έκανε ιστορία, ακόμα καί γιά τό ’40 καί μάς έλεγε καί τις δικές του ιστο¬ρίες καί μας πέρναγε μηνύματα μέσα μας; τήν προσευχή πού κάναμε στο σχο¬λείο, τις εθνικές εορτές; Σήμερα δέν γί-νονται αυτά. Όλα αυτά τά καταργήσαμε καί αυτό τό πράγμα μέ στεναχωρεί.

Μας έχουν αποκόψει άπό τό παρελθόν μας δηλαδή.
Β.Μ. Ναί, καί δέν πρέπει νά είμαστε αποκομμένοι άπό τό παρελθόν μας, άπό τήν ιστορία μας, γιατί αυτή μας κάνει νά είμαστε “Ελληνες, ή ιστορία, ή συνέχεια. Τό εθνικά μας θέματα πού δέν τά χειρίζο¬νται καλά, οί κυβερνήσεις πού κοιτάνε μό¬νο ό καθένας τήν καρέκλα του, τά συμφέ-ροντα του. Σέ λίγο πιστεύω ότι θά μικρύ¬νει τόσο πολύ ή Ελλάδα, πού, δέν ξέρω, μέ στεναχωρεί. Τό Αιγαίο αυτή τή στιγμή κοιτάνε νά τό διχοτομήσουν, γιά νά μή σοΰ πώ ότι τό έχουν διχοτομήσει καί γίνο¬νται όλα αυτά γιά τή λαϊκή κατανάλωση. Όλα αυτά μέ στεναχωρούν: ή παιδεία μας, ή θρησκεία μας, ή περίθαλψη μας, ή οικονομία μας, τά πάντα. Τό καινούργιο φρούτο πού μάς βάλανε ; «Είσαι εθνικι¬στής». Τί λες μωρέ, εθνικιστής γιατί αγα¬πώ τήν πατρίδα μου καί γιατί δέν δέχομαι κανέναν ξένο; Έγώ δέν δέχομαι κανέναν ξένο, κανέναν. Όποιον αγαπάει τήν πατρί-δα μου τόν δέχομαι, όποιος δέν τήν αγα¬πάει νά πάει άπό κει πού ήρθε.

Ωραία όλα αυτά, άλλά καί ό λαός μή¬πως έχει εφησυχάσει καί δέν αντιδρά;
Β.Μ. Άπό 40-45 χρονών κι επάνω έ¬χουν άλλη νοοτροπία. Ή νεολαία, αύτη εί¬ναι πού θέλουν νά αλώσουν. Τά ναρκωτικά πού μάς περάσανε… στή νεολαία μας ήθε¬λαν νά εισβάλουν. Γιατί;
ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΜΑΣ ΘΕΛΟΥΝ ΠΟΛΥ ΛΙΓΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟΥΣ

Εμείς τι κάνουμε; Μήπως ό καθένας έχει βολευτεί στήν ατομικότητα του;
Β.Μ. Φταίμε κι έμεΐς. Φταίνε οί οικο¬γένειες πού τά παιδιά τους δέν τά μεγά-λωσαν όπως πρέπει. Έγώ τά βλέπω μαύ¬ρα, δέν βλέπω τί θά πάει κάτι καλύτερα. Γίνονται κοσμογονικές αλλαγές καί ή Ελ¬λάδα είναι μικρή. Πόσο άλλο νά τήν μικρύ¬νουν; ‘Άς τήν αφήσουν έκεΐ πού είναι, μέ τόν πολιτισμό της…

Ό όποιος κι αυτός παραπαίει.
Β.Μ. Ναί, καί σέ αυτό φταίμε έμεΐς οί “Ελληνες, τό κράτος δηλαδή. Έμεΐς όταν ξεκινήσαμε – άφοΰ αναφερόμαστε τούς τραγουδιστές – τό ’62 πού βγήκα έγώ ’60 πού άρχισε ό Γρηγόρης ό Μπιθι-κώτσης καί τραγούδαγε τόν Σεφέρη καί τόν Ελύτη καί τόν Ρίτσο καί τόν Γκάτσο, καί μετά έγώ, όταν τραγουδούσαμε ό¬λους αυτούς τούς μεγάλους “Ελληνες ποιητές πού ό κόσμος δέν τούς ήξερε, ούτε κι έγώ τούς ήξερα, κάναμε πολιτι¬σμό. Είναι πολιτισμός τό τραγούδι αυτό καί είναι καί εκπαίδευση γιά τά παιδιά. Δη-λαδή, μέσα άπό έναν δίσκο όπου τραγου¬δάς αυτούς τούς μεγάλους “Ελληνες ποι¬ητές μαθαίνεις καί ορισμένες λέξεις. Γιατί κι έγώ, ένα παιδί αγράμματο ήμουν, τί είχα πάει, δύο χρόνια στό γυμνάσιο; Κι έλεγα «τί πάει νά πει αυτό»; «τί πάει νά πει εκεί¬νο». Έπαιρνα κάποιο λεξικό, τό κοίταζα, ρώταγα κάποιον άλλο πιο μορφωμένο άπό μένα. Αυτό δέν είναι παιδεία; Αυτά τά πράγματα δέν υπάρχουν σήμερα καί αυτά όλα μέ έχουν στενοχωρήσει. Λυπά¬μαι πού ό κόσμος δέν αντέδρασε κι ακού¬ει όλα αυτά τά φτηνοτράγουδα, όλα αυτά τά μακρυνάρια, όπου ό κάθε ανέραστος βγάζει τά απωθημένα του. Αυτά τά μακρυ¬νάρια είναι κομπιουταρισμένα τραγούδια, δέν βγαίνουν άπό τήν καρδιά, δέν υπάρ¬χει καρδιά μέσα τους. Ακόμη καί οί στί¬χοι, κούκλα μου, κομπιουταρισμενοι εί¬ναι, δέν είναι άπό καρδιάς, δέν μιλάνε στήν ψυχή τοϋ “Ελληνα. Τό τραγούδι πρέ¬πει νά σέ συγκλονίζει, νά σέ ανατριχιάζει καί νά σέ διασκεδάζει. “Εχουμε πολλά ακούσματα, βρέ α¬δερφέ… τή βυζαντινή μουσική, τή δημοτι¬κή, πόσα πράγματα πού μπορούσαν να παντρέψουν καί νά κάνουν μιά νέα πο¬ρεία. Δέν τό κάνανε. Γι’ αυτό καί θά είναι κούφια ή εποχή τούτη. Βάζουν ένα ρυθ¬μό, ντάπ, νταπ, ντούπα ή κάποια τσιγγάνι¬κη μουσική ή οτιδήποτε άλλο, άρκεϊ νά έ¬χει ένα γρήγορο ρυθμό άπό πίσω, ντάρλα, ντούρλα, άντε νά χορέψουμε στά τραπέ¬ζια πάνω… καί τελείωσε. Δέν έχουμε έ¬μεΐς γρήγορη μουσική; Δέν έχουμε γρή¬γορους ρυθμούς; Ξέρεις πόσους ρυθ-μούς έχει ή Ελλάδα; Χιλιάδες, χιλιάδες. Καί πρέπει οί συνθέτες αυτά τά πράγμα¬τα νά τά πάρουν, νά τά παντρέψουν καί νά κάνουν τά δικά τους, νά υπάρχει μιά συνέχεια.

Με όλο αυτό τό άνοιγμα τών συνόρων, γενικότερα στή ζωή μας, εκεί νομίζω ότι οδηγείται και ή μουσική, σέ μιά ισοπεδωτι¬κή διεθνοποίηση.
Β.Μ. Βέβαια, έγώ πιστεύω ότι ή EOK μας κάνει ζημιά στόν πολιτισμό μας. Γιά νά μή σού πώ καί οικονομικά Γιατί μάς δί¬νουν κάποια δισεκατομμύρια, άλλά τά παίρνουν δεκαπλάσια πίσω. Μή νομίσει ό κόσμος ότι δέν τά δίνουμε. Τά δίνουμε καί μάς κάνει πολύ μεγάλη ζημιά, γιατί μάς θέλουν μικρούς καί θά γίνουμε σερβι¬τόροι τών Ευρωπαίων. Τό πιστεύω ακρά-δαντα. “Ηδη όταν ακούω ότι τά σύνορα μας είναι καί σύνορα τών Ευρωπαίων, λέω, φαντάσου, θά τά γλιτώσουμε άπό τούς Τούρκους, θά τά πάρουν οί Ευρω¬παίοι. Τέλος πάντων, πού πάει αυτό τό πράγμα δέν ξέρω.

http://koinosparanomastis.blogspot.com

Βίντεο

Μόνιμα