Antistasi

του Σταύρου Καρκαλέτση*

Mπορεί να ασκηθεί εξωτερική πολιτική εν μέσω μιας τέτοιας κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα; Για ποια εξωτερική πολιτική μπορούμε να μιλάμε, όταν η χώρα ψυχορραγεί στα άγκιστρα του ΔΝΤ και του ΕUROGROUP, όταν η Ελλάδα βρίσκεται εν μέσω ενός ανελέητου διαγκωνισμού ΗΠΑ και Γερμανίας για το ποιός θα κρατήσει στη δική του επιρροή τη χώρα μας τις επόμενες δεκαετίες; Μπορούμε να αναζητήσουμε την απάντηση στη συμπεριφορά ισχυρών (Τουρκία) ή μικρής ισχύος κρατών (FYROM). Τα κράτη αυτά βρέθηκαν σε οικονομικό χάος επί μακρόν, όμως ουδέποτε εγκατέλειψαν την πάγια στοχοθεσία τους. Η εξωτερική τους πολιτική δούλευε αδιάλειπτα, με ή χωρίς οικονομική κρίση.

Δυσκολίες βεβαίως θα υπάρξουν, θεωρώ όμως πως έστω και έτσι, με την Ελλάδα σήμερα παραδομένη σε αδιέξοδο λόγω της παραπαίουσας οικονομίας μας, μπορούν να προχωρήσουν πράγματα στα εθνικά μας ζητήματα. Ή τουλάχιστον, μινιμαλιστικά,  να μην προβαίνουμε σε εκπτώσεις, με άλλοθι την οικονομική κρίση και για όσο αυτή διαρκεί.

Και μιλάμε για «εθνικές εκπτώσεις» δυσκολευόμενοι να αντιληφθούμε:

-Πως για παράδειγμα δηλώνουμε, δια χειλέων του Έλληνος ΥΠΕΞ, «συμπαράσταση» στην Τουρκία για τον διαλυτικό ρόλο που παίζει στη συριακή κρίση. Δηλαδή, που και σε τι ακριβώς «συμπαραστεκόμαστε» στην Άγκυρα;
-Πως γίνεται να έχουμε καταφέρει με την Κύπρο, το δόγμα του ενιαίου να έχει αντικατασταθεί από το δόγμα του «μακριά κι αγαπημένοι».
-Πως γίνεται η μικρή ημικατεχόμενη Κύπρος να τολμά στη διεκδίκηση ενεργειακών/ γεωστρατηγικών ρόλων, και η Αθήνα ένεκα τουρκοφοβίας να απέχει.
-Πως κατορθώνουμε να έχουμε εξασφαλίσει την καχυποψία και των δύο, Αμερικανών και Γερμανών, αφού ο καθένας εξ αυτών υποψιάζεται πως φλερτάρουμε πέραν του δέοντος με τον άλλον.
-Πως παγιώσαμε το «πάγωμα» των σχέσεων με πιο κοντινούς (ενδεχομένως και πιό φυσικούς) δυνητικούς συμμάχους μας, όπως τη Ρωσία ή την Αρμενία.

Τα παραπάνω δείγματα, κι άλλα πολλά, καταδεικνύουν πως η Αθήνα ασκεί επί δεκαετίες μια εξωτερική πολιτική φοβική, εσωστρεφή, καθόλου πολυσχιδή, μια εξωτερική πολιτική μονομερών εξαρτήσεων. Και αυτό δεν έχει να κάνει με το άριστο έμψυχο υλικό του ελληνικού ΥΠΕΞ, δεν έχει να κάνει με το διπλωματικό σώμα, αλλά οφείλεται πρωτίστως στη εκάστοτε πολιτική ηγεσία.

Όμως οι εξελίξεις τρέχουν και θα μας προλάβουν. Απαιτείται επανακαθορισμός τώρα, πριν «σκάσουν βόμβες» στην ευρύτερη περιοχή. Υπάρχει σχεδιασμός στο Μαξίμου και στοΥΠΕΞ εν όψει επερχόμενων κρίσεων; Με τι θα υπερασπιστεί πχ η Ελλάδα την ΑΟΖ της (αν και όταν τολμήσει να προχωρήσει τη σχετική διαδικασία); Άλλο κρίσιμο ερώτημα: Αν η Άγκυρα θεωρήσει πως «αδικήθηκε» προς ανατολάς (υποχωρήσει πχ στο κουρδικό) και ζητήσει ανταλλάγματα από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ προς δυσμάς, σε βάρος του συνήθους σφαλιαροφάγου, έχουμε σκεφτεί τι θα πράξουμε;

Στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου, καταθέτω μια δέσμη προτάσεων που θα στηρίξουν, εν μέσω κρίσης έστω, μια ορθολογικότερη και παραγωγικότερη πολιτική, με τους εθνικούς κινδύνους ορατούς και υπαρκτούς. Προτάσεις που είναι υλοποιήσιμες και τώρα ακόμη, που δεν απαιτούν μια κάποια οικονομική ανόρθωση για να προχωρήσουν. Πολιτική βούληση χρειάζεται και όραμα υιοθέτησης υψηλής στρατηγικής:

-Ο εκάστοτε ΥΠΕΞ να προέρχεται από τούδε και στο εξής από τον ακαδημαικό χώρο (πχ διεθνολόγος) ή τον διπλωματικό (πρέσβης). Να είναι δηλαδή τεχνοκράτης. Τέρμα με τους κομματικούς, συχνά ανεπαρκείς ΥΠΕΞ-φωτοβολίδες και τις συνεχείς αλλαγές.
-Σταδιακό πέρασμα σε πολυσχιδή διπλωματία, σε εξωστρέφεια και πολυσυμμετοχικό χαρακτήρα μιας νέας ελλληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν ζούμε στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, Σήμερα όλοι επιτρέπεται να συζητούν και ενίοτε να συμμαχούν με όλους. Να πάψει η Ελλάδα να αυτοπροβάλλεται ως «δεδομένη» και αναδεικνύοντας την κομβική γεωστρατηγική της θέση, να καταστεί πιο ανταγωνιστική.
-Θεσμοθέτηση Πανεθνικής Διάσκεψης με την Κύπρο, σε τακτική βάση και με συγκεκριμένο αντικείμενο. Είναι ντροπή να προωθείται από την Αθήνα Ανώτατο Ελληνοτουρκικό Συμβούλιο σε επίπεδο υπουργών (για να συζητήσει τι θα παραχωρήσουμε;) και να μην προωθείται ανάλογο όργανο με την Κύπρο. Εκτός κι αν κάποιοι στην Αθήνα εκτιμούν πως έχουμε περισσότερα να συζητήσουμε με τους Τούρκους από ότι με τους Έλληνες της Κύπρου…
-Προσεκτικά και μεθοδικά, σύμπλευση Αθηνών-Λευκωσίας στα της ΑΟΖ και πρόσκτηση εργαλείων υπεράσπισής της, για να μην έχουμε νέα Ίμια.
-Όταν η ελληνική αποτρεπτική ισχύς αποκατασταθεί σταδιακά, εξερχομένης της χώρας από την κρίση, κλείσιμο του προξενείου Κομοτηνής και διεθνής εκστρατεία ενημέρωσης του γιατί. Πιθανότατα να έχουμε αντίποινα με το κλείσιμο του δικού μας στη Σμύρνη, όπου όμως ούτως ή άλλως δεν έχουμε πληθυσμό.
-Σκληρότερη (ας μη φοβόμαστε τις λέξεις) πολιτική προς Σκόπια-Αλβανία, όσο επιλέγουν να παίζουν το χαρτί του αλυτρωτισμού σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας.
-Αμοιβαιότητα στη συμμαχία με το Ισραήλ, όπου πρέπει να αρχίσουμε να ζητάμε και εμείς, κι όχι μόνο να προσφέρουμε.
-Πρωτοβουλίες υπέρ της σταθερότητας και συλλογικής ασφάλειας στην περιοχή. Ελλάδα και Κύπρος θα μπορούσαν πχ να εργαστούν και να αναλάβουν πρωτοβουλία, μαζί με άλλα κράτη που σκέφτονται ομοίως, για το συριακό. Προωθώντας την ιδέα μιας διεθνούς διάσκεψης για τη σπαρασσόμενη Συρία.
-Προς μεσο- και μακροπρόθεσμη βάση, η κατάρτιση και κατάθεση ενός Πανεθνικού (Ελλάδα-Κύπρος-Ομογένεια) Στρατηγικού Δόγματος, που να ορίζει τις συντεταγμένες, σε τακτικό και στρατηγικό επίπεδο, μιας υψηλής, θουκυδίδειας εξωτερικής πολιτικής. Θεωρούμε πως η χώρα και το Έθνος διασταλτικά, στερούνται αποσαφηνισμένου και ισχυρώς θεμελιωμένου στρατηγικού δόγματος, με αποτελέσματα αρνητικότατα, αφού περιοριζόμαστε στους αυτοσχεδιασμούς και τους ερασιτεχνισμούς στην εξωτερική πολιτική.

Ειδικά ως προς αυτό το τελευταίο, την σύνταξη μιας «Στρατηγικής Βίβλου», ενός  Στρατηγικού Δόγματος του Ελληνισμού, το έμψυχο δυναμικό του ΕΛ.Κ.Ε.Δ.Α., διεθνολόγοι, ιστορικοί, στρατιωτικοί αναλυτές, είμαστε πρόθυμοι αλλά και έτοιμοι να συμβάλλουμε παραγωγικά, με τις ιδέες και προτάσεις που ήδη έχουμε διαμορφώσει.

Επειδή η «ελληνική κρίση» δεν είναι σίγουρα οικονομική και μόνον, αλλά έχει την γεωπολιτική της έκφανση, μέσα από διαχρονικές παθογένειες και ελλείμματα η Ελλάδα καλείται σήμερα να αποφασίσει σε ποιά «Δύση» επιθυμεί να ανήκει: Να παραμείνει στο αγγλοσαξονικό στρατόπεδο και υπό τις ΗΠΑ, ή να προσδεθεί στο γερμανικό άρμα; Εμείς δεν το βλέπουμε έτσι, γιατί δεν πάσχουμε από το «σύνδρομο αναζήτησης προστατών». Η πατρίδα να ανορθωθεί οικονομικά και, μέσα από μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική πολλαπλών ερεισμάτων και συμμαχιών, εν τέλει διαχρονικά να συμμαχεί με ένα και μόνο: Το εθνικό της συμφέρον.

* Ιστορικός, αμυντικός αναλυτής, πρόεδρος ΕΛ.ΚΕ.Δ.Α.

Δημοσιεύεται στο περιοδικό της ΣΕΕΘΑ ”Εθνικές Επάλξεις”

Βίντεο

Μόνιμα