Antistasi

Ἀρχαῖος Ἕλλην ποιητὴς καὶ στρατηγός. Ὑπάρχει διαμάχη γιὰ τὸ ἂν κατήγετο ἐκ τῶν Ἀφιδνῶν Ἀττικῆς ἤ ἐκ τῶν Ἀφιδνῶν Λακεδαίμονος. Ἄλλοι λένε ὅτι ᾖτον στρατηγὸς ἐξ Ἀττικῆς ποὺ ἐστάλη στὴν Σπάρτη, καὶ ἄλλοι ὅτι ᾖτον ὁ ἴδιος Σπαρτιάτης. Σημασία ἔχει ὅτι τὰ ποιήματα ποὺ ἔγραψε εἶναι ἀνεκτίμητη παρακαταθήκη γιὰ τὸν Ἑλληνισμό.

Τὰ περισσώτερα ποιήματά του εἶναι γραμμένα στὴν δωρικὴ διάλεκτο καὶ σὲ ἀναπαιστικὸ μέτρο. Γενικὰ ὁ δωρικὸς ῥυθμὸς εἶναι ὁ ἐμβατηριακὸς ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, καὶ σὲ αὐτὸν τὸν ῥυθμὸ ἐγράφοντο οἱ πολεμικοὶ παιάνες, κἄτι ποὺ ἐπισημαίνει καὶ ὁ Πλάτων στὴν «Πολιτεία» (βλ. βιβλίο 3). Τὰ ποιήματά του ἐνεψύχωναν τοὺς Λακεδαιμονίους καὶ τοὺς γέμιζαν μὲ ὁρμὴ γιὰ τὴν μάχη. Εἶναι ἕνας ὕμνος καὶ μία διαθήκη γιὰ τὸ αἰώνιο Ἐλληνικὸ πολεμικὸ πνεῦμα, γιὰ τὸ ἐθνικὸ καὶ φυλετικὸ ἰδεῶδες, γιὰ τὴν στρατιωτικὴ ἀρετή.

Σήμερον, οἱ «πονηροί» καιροὶ ποὺ διανύουμε, τείνουν δολίως νὰ ὑποβάλουν μία συγκεκριμένη εἰκόνα καί «πρότυπο» γιὰ τὸν διανοούμενο, γιὰ τὸν ποιητὴ καὶ τὸν καλλιτέχνη ἐν γένει, γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ πνεύματος: Αὐτὴν τοῦ μαλθακοῦ, τρυφηλοῦ, σωματικῶς ἐκπεφυλισμένου καὶ ἐκτεθηλυσμένου, ἀπολέμου καὶ ἀπάτριδος «γραφῃᾶ». Ἤτοι, «προωθοῦν» τὸ πρότυπο ἑνὸς ἡμίσειου, ἀνολοκλήρωτου, ἀφύσικου ἀνθρώπου, καὶ αὐτὸ γείνεται ἑκουσίως καὶ ὡς μέρος ἑνὸς εὐρύτερου παγκοσμίου σχεδίου. Προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν ὅτι Πνεῦμα καὶ Διάνοια δέν συμβαδίζουν μὲ τὴν Πολεμικὴ καὶ Στρατιωτικὴ Ἀρετή. Προσπαθοῦν νὰ διαλύσουν, νὰ παραλύσουν καὶ νὰ καταλύσουν τὸν Ἄνῳ Θρῴσκοντα Ἕλλην Ἄν-θρωπο.

Οἱ Ἀρχαῖοι Ἡμῶν Πρόγονοι ὅμως μᾶς διδάσκουν καὶ μᾶς ἀποδεικνύουν τὸ ἀντίθετο. Οἱ μεγάλοι Πανεπιστήμονες καὶ Διανοούμενοι τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος ᾖσαν παράλληλα ἑτοιμοπόλεμοι ὁπλίτες, οἱ περισσώτεροι ἐκ τῶν ὁποίων εἶχαν λάβει μέρος εἰς τὶς σφοδρὲς μάχες τῆς ἐποχῆς των, ὅπως πχ ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Αἰσχῦλος. Ὁ Αἰσχῦλος ὁ Ἐλευσίνιος, ὁ πατὴρ τῆς τραγῳδίας, υἱὸς τοῦ Εὐφορίωνος, ἐζήτησε τὸ ἐπίγραμμα ἐπὶ τοῦ τάφου του νὰ μήν ἀναφέρῃ τίποτα περὶ τῶν τραγῳδιῶν ποὺ συνέγραψε, παρὰ μόνο περὶ τῆς συμμετοχῆς του εἰς τὴν μάχην τοῦ Μαραθῶνος. Στὴν ἴδια μάχη, ὁ ἀδελφός του ὁ Κυναίγειρος ᾖτον αὐτὸς ποὺ κρεμάστηκε ἀπὸ πλοῖο τῶν ὑποχωρούντων Περσῶν καὶ ὅταν κἄποιος Πέρσης τοῦ ἔκοψε τὰ χέρια, αὐτὸς γαντζώθηκε στὸ πλοῖο μὲ τὰ δόντια. Ὁ τρῖτος ἀδελφός τους ὁ Ἀμεινίας, δέκα χρόνια ἀργότερα στὴν Ναυμαχία τῆς Σαλαμῖνος, ᾖτον αὐτὸς ποὺ ἐμβόλισε πρῶτος κἄποιο περσικὸ πλοῖο, πήδηξε ἀπάνῳ του καὶ ξεκίνησε τὴν μάχη.

Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Πολεμιστές/Φιλόσοφοι/Πανεπιστήμονες ᾖσαν ὡλοκληρωμένα ἀνθρώπινα ὄντα καὶ σφαιρικὲς προσωπικότητες, καὶ ὄχι ηὐνουχισμένες, ἄνευρες καχεκτικὲς ἤ παχύσαρκες, πλαδαρὲς μορφὲς ὅπως ἡ πλειοψηφία τῶν «ἐπιστημόνων», «καθηγητῶν πανεπιστημίων», «διανοουμένων» καί «καλλιτεχνῶν» ποὺ κυριολεκτικῶς σήμερα «ἐπιπλέουν σἂν τοὺς φελλούς» σὲ αὐτὸ τὸ σάπιο πολιτισμιακὸ οἰκοδόμημα ποὺ ἔχει ἀνεγερθῇ στὸν δυτικὸ πολιτισμό, καθὼς εἶναι αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ σύστημα ποὺ ἐπιλέγει καὶ προωθεῖ τέτοιες μονάδες ἐντὸς τῶν κόλπων του, καὶ ἀποβάλλει μεθοδικὰ ἀπὸ τὸ σῶμα του αὐτοὺς ποὺ δέν «τηροῦν αὐτὲς τὶς προδιαγραφές». Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ᾖσαν οὔτε ἀνεγκέφαλοι μυοφόροι κτηνῴδεις στρατιῶτες, οὔτε δειλᾶ ἀνδρίδια, στὰ πρότυπα τῶν συγχρόνων καθηγητῶν πανεπιστημίων. Φαντασθῇτε τὸ ἐπίπεδο ψυχικῆς καὶ πνευματικῆς ὑγιείας καὶ εὐρωστίας τοῦ μέσου Ἀρχαίου Ἕλληνος, ὅστις ἐλάμβανε μέρος σὲ φονικότατες καὶ αἱματηρότατες μάχες σῶμα μὲ σῶμα, ἔβλεπε τὸ μέταλλο νὰ σχίζῃ σάρκες καὶ νὰ θραύῃ ὀστᾶ, ἔβλεπε γύρῳ του διαμελισμένα σφαδάζοντα σώματα καὶ λουζότανε μὲ πίδακες αἵματος, καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης εἶχε τὴν ψυχικὴ ἡρεμία καὶ ἰσοῤῥοπία καὶ τὴν πνευματικὴ διαύγεια νὰ σκαλίζῃ ἀριστουργήματα ἐπὶ τοῦ μαρμάρου, νὰ ζωγραφίζῃ παραστάσεις σὲ ἀγγεῖα, νὰ συγγράφη ἀθάνατα συγγράμματα, ποιήματα καὶ πραγματεῖες…

Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ ὑμνεῖ καὶ ὁ Τυρταῖος στὰ ποιήματά του. Καὶ μάλιστα, ὅπως σχολιάζει ὁ Κώστας Νανάκης στὸ βιβλίο «ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΛΛΑΔΑ – ΕΛΛΗΝΚΟΣ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ», νουθετεῖ τοὺς νέους νὰ μήν ᾖναι νωθροὶ καὶ δειλοὶ ὄχι μόνο μπροστὰ στὸν πόλεμο, ἀλλὰ καὶ μπροστὰ στὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, ἀφοῦ ὁ ποιητὴς δέν ἀπευθύνεται στόν «ἕναν ἄνθρωπο» ἀλλὰ στὸ Σύνολο.

Ὁ Τυρταῖος γενικὰ εἶναι ἄγνωστος στὸ Ἑλληνικὸ κοινό, καὶ δέν ἔχουν ἐκδοθῇ ἐπαρκῶς μεταφράσεις του. Τὸ ἀνθελληνικὸ κατεστημένο ποὺ διοικεῖ σήμερα τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα, προφανῶς ἔχει ἐξαφανίσει τὸν Τυρταῖο ἀπὸ τὴν ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία. Στὴ θέσι τῶν ποιημάτων του, διδασκόμεθα στὰ σχολεῖα  ποιήματα περὶ ἀνυπάρκτων ἡρώων, ὅπως τοῦ Βελουχιώτου, τοῦ Μπελογιάννου, τῶν «Ἡρώων Πολυτεχνείου» κλπ, ποὺ προσπαθεῖ ἐδῷ καὶ 39 ἔτη νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ  στὶς μνῆμες μας καὶ τὶς συνειδήσεις μας αὐτὸ τὸ γελοῖο ἑρμαφρόδιτο ἀπρόσωπο καὶ κατάπτυστο μαρξιστικὸ κρατίδιο ποὺ σἂν γάγγραινα ῥοκανίζει τὰ ἐθνικά μας θεμέλια. Ὁ κῦκλος ὅμως ἔκλεισε. Ἔκλεισε καὶ διήρκεσε 40 χρόνια. Τὸ Ἐθνικὸν Κράτος ἀνατειλέτω!

Κάτωθι παρατίθενται ἐνδεικτικὰ μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ποίησι τοῦ Τυρταίου στὴν ἀρχετυπικὴ πατρῷα γλῶσσα, καὶ κατόπιν μεταφράσσονται στὴν νέα ἑλληνική:

ΑΓΕΤ’, Ω ΣΠΑΡΤΑΣ ΕΥΑΝΔΡΩ,

ΚΩΡΟΙ ΠΑΤΕΡΩΝ ΠΟΛΙΑΤΑΝ!

ΛΑΙΑ ΜΕΝ ΙΤΥΝ ΠΡΟΒΑΛΕΣΘΕ

ΔΟΡΥ Δ’ ΕΥΤΟΛΜΩΣ ΑΓΧΕΣΘΕ

ΜΗ ΦΕΙΔΟΜΕΝΟΙ ΤΑΣ ΖΩΑΣ!

ΟΥ ΓΑΡ ΠΑΤΡΙΟΝ ΤΑ ΣΠΑΡΤΑ!

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:

ΕΜΠΡΟΣ, Ω ΤΗΣ ΠΛΟΥΣΙΑΣ ΣΕ ΑΝΔΡΕΣ ΣΠΑΡΤΗΣ,

ΥΙΟΙ (ΚΟΥΡΟΙ) ΠΑΤΕΡΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ!

ΣΗΚΩΣΤΕ ΜΕ ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΤΗΝ ΑΣΠΙΔΑ

ΚΑΙ ΧΤΥΠΗΣΤΕ ΜΕ ΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΟ ΔΟΡΥ ΣΑΣ

ΜΗΝ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΙΣ ΖΩΕΣ!

ΔΙΟΤΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΟ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ!

οὔτ’ ἂν μνησαίμην οὔτ’ ἐν λόγῳ ἄνδρα τιθείην
οὔτε ποδῶν ἀρετῆς οὔτε παλαιμοσύνης,
οὐδ’ εἰ Κυκλώπων μὲν ἔχοι μέγεθός τε βίην τε,

νικῴη δὲ θέων Θρηίκιον Βορέην,
οὐδ’ εἰ Τιθωνοῖο φυὴν χαριέστερος εἴη,
πλουτοίη δὲ Μίδεω καὶ Κινύρεω μάλιον,
οὐδ’ εἰ Τανταλίδεω Πέλοπος βασιλεύτερος εἴη,
γλῶσσαν δ’ Ἀδρήστου μειλιχόγηρυν ἔχοι,
οὐδ’ εἰ πᾶσαν ἔχοι δόξαν πλὴν θούριδος ἀλκῆς
οὐ γὰρ ἀνὴρ ἀγαθὸς γίγνεται ἐν πολέμῳ,
εἰ μὴ τετλαίη μὲν ὁρῶν φόνον αἱματόεντα
καὶ δῄων ὀρέγοιτ’ ἐγγύθεν ἱστάμενος.
ἥδ’ ἀρετή, τόδ’ ἄεθλον ἐν ἀνθρώποισιν ἄριστον
κάλλιστόν τε φέρειν γίγνεται ἀνδρὶ νέῳ.
ξυνὸν δ’ ἐσθλὸν τοῦτο πόληί τε παντί τε δήμῳ
ὅστις ἀνὴρ διαβὰς ἐν προμάχοισι μένῃ
νωλεμέως, αἰσχρῆς δὲ φυγῆς ἐπὶ πάγχυ λάθηται
ψυχὴν καὶ θυμὸν τλήμονα παρθέμενος,
θαρσύνῃ δ’ ἔπεσιν τὸν πλησίον ἄνδρα παρεστώς
οὗτος ἀνὴρ ἀγαθὸς γίγνεται ἐν πολέμῳ
αἶψα δὲ δυσμενέων ἀνδρῶν ἔτρεψε φάλαγγας
τρηχείας, σπουδῇ δ’ ἔσχεθε κῦμα μάχης.
ὅς δ’ αὖτ’ ἐν προμάχοισι πεσὼν φίλον ὤλεσε θυμόν
ἄστυ τε καὶ λαοὺς καὶ πατέρ’ εὐκλεΐσας,
πολλὰ διὰ στέρνοιο καὶ ἀσπίδος ὀμφαλοέσσης
καὶ διὰ θώρηκος πρόσθεν ἐληλαμένος,
τόνδ’ ὀλοφύρονται μὲν ὁμῶς νέοι ἠδὲ γέροντες
ἀργαλέῳ τε πόθῳ πᾶσα κέκηδε πόλις,
καὶ τύμβος καὶ παῖδες ἐν ἀνθρώποις ἀρίσημοι
καὶ παίδων παῖδες καὶ γένος ἐξοπίσω
οὐδέ ποτε κλέος ἐσθλὸν ἀπόλλυται οὐδ’ ὄνομ’ αὐτοῦ,
ἀλλ’ ὑπὸ γῆς περ ἐὼν γίγνεται ἀθάνατος,
ὅντιν’ ἀριστεύοντα μένοντά τε μαρνάμενόν τε
γῆς πέρι καὶ παίδων θοῦρος Ἄρης ὀλέσῃ.
εἰ δὲ φύγῃ μὲν κῆρα τανηλεγέος θανάτοιο,
νικήσας δ’ αἰχμῆς ἀγλαὸν εὖχος ἕλῃ,
πάντες μιν τιμῶσιν ὁμῶς νέοι ἠδὲ παλαιοί,
πολλὰ δὲ τερπνὰ παθὼν ἔρχεται εἰς Ἅδην
γηράσκων ἀστοῖσι μεταπρέπει, οὐδέ τις αὐτόν
βλάπτειν οὔτ’ αἰδοῦς οὔτε δίκης ἐθέλει,
πάντες δ’ ἐν θώκοισιν ὁμῶς νέοι οἵ τε κατ’ αὐτόν
εἴκουσ’ ἐκ χώρης οἵ τε παλαιότεροι.
ταύτης νῦν τις ἀνὴρ ἀρετῆς εἰς ἄκρον ἱκέσθαι
πειράσθω θυμῷ μὴ μεθιεὶς πολέμου.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ:

Δέν θὰ θυμόμουν οὔτε θὰ ἀνέφερα κἂν κἄποιον ἄνδρα

Οὔτε γιὰ ταχυποδία οὔτε γιὰ δύναμι

Οὔτε κι ἂν εἶχε τὸν σωματότυπο καὶ τὸ μένος τῶν Κυκλώπων

Κι ἂν στὸ τρέξιμο νικοῦσε τὸν Θρᾳκικὸ Βορηὰ

Οὔτε κι ἂν εἶχε ὀμορφώτερη κρᾶσι ἀπ’ τὸν Τιθωνὸ

Κι ἂν εἶχε πλουτίσει περισσώτερο ἀπ’ τὸν Μίδα καὶ τὸν Κινύρα

Ἀκόμα κι ἂν εἶχε μεγαλύτερο βασίλειο ἀπὸ τὸν Πέλοπα τὸν Τανταλίδη

Καὶ τὴν γλῶσσα τοῦ Ἀδράστου τὴν γλυκιὰ σἂν μέλι

Μὰ καὶ κάθε ἂν εἶχε δόξα, ἂν δέν εἶχε τὴν πολεμικὴ ἀνδρεία

Διότι δέν εἶναι γενναῖος ἀνδρας στὸν πόλεμο

Ἂν δέν ἀντέχῃ νὰ βλέπῃ τοὺς φόνους καὶ τὰ αἵματα

Κι ἂν δέν ἀνυπομονῇ νὰ κατακόπτῃ τὸν ἐχθρὸ ἱστάμενος κοντά του

Αὐτὸ εἶναι ἀρετή, αὐτὸ εἶναι ἔπαθλο στοὺς ἀνθρώπους τὸ ἄριστο

Καὶ κάλλιστον νὰ τὸ κερδίζει ἕνας νέος ἄνδρας

Τοῦτο εἶναι κοινὴ τιμὴ γιὰ τὴν Πόλι καὶ ὅλον τὸν Δῆμο

Ὅταν ἕνας ἄνδρας τῆς πρώτης γραμμῆς μένῃ στὴν θέσι του

σταθερὰ, καὶ τὴν αἰσχρὴ φυγὴ τὴν λησμονεῖ τελείως

Ἐκθέτοντας τὴν ζωὴ του καὶ τὴν ἐγκρατὴ ψυχή του

Καὶ ἐνθαῤῥύνει προφορικῶς τὸν συμπολεμιστή του στεκόμενος δίπλα του

Αὐτὸς εἶναι γενναῖος ἄνδρας στὸν πόλεμο

Καὶ αὐτὸς συνήθως τρέπει γρήγορα σὲ φυγὴ τὶς σκληρὲς ἐχθρικὲς φάλλαγες

Καὶ μὲ περίσκεψι ἀποκρούει τὸ κῦμα τῆς μάχης

Αὐτὸς τώρα ποὺ μαχόμενος πέσῃ καὶ ἀναχωρήσῃ ἡ ψυχή του

Δοξάζοντας καὶ ἄστυ καὶ φυλὴ καὶ πατέρα

Δεχόμενος πολλὰ χτυπήματα στὴν μπροστινὴ πλευρὰ τοῦ σώματός του, ποὺ διαπερνοῦν  διαμπερῶς θώρακα καὶ στέρνο καὶ ὀμφαλωτὴ ἀσπίδα

Αὐτὸν κλαῖνε οἱ νέοι μαζὺ μὲ τοὺς γέρους

Καὶ συγκλονισμένη ἡ Πόλις τὸν κηδεύει

Καὶ ὁ τύμβος καὶ τὰ παιδιά του εἶναι περίοπτα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους

Καὶ τῶν παιδιῶν του τὰ παιδιὰ καὶ οἱ ἀπόγονοι ποὺ ἔρχονται

Ποτὲ τὸ ἄριστο κλέος δέν χάνεται οὔτε τὸ ὄνομά του

Ἀλλὰ ἂν καὶ εὑρίσκεται κάτῳ ἀπ’ τὴν γή, γίνεται ἀθάνατος

αὐτὸς ποὺ ἀριστεύῃ κατὰ τὸν πόλεμο καὶ μένῃ στὴν θέσι του ὑπερασπιζόμενος γὴ καὶ παιδιὰ καὶ τὸν σκοτώσῃ ὁ αἱμοδιψὴς Ἄρης.

Ἂν τώρα ἀποφύγῃ μέν τὸ χτύπημα τοῦ ἁρπακτικοῦ θανάτου,

νικήσῃ δέ τρυπῶντας μὲ τὸ ἔνδοξο δόρυ του τοὺς ἐχθρούς,

Ὅλοι πάλι τὸν τιμοῦν, ὅπως οἱ νέοι ἔτσι καὶ οἱ παλαιοὶ

Καὶ ἀφοῦ βιώσῃ πολλὰ τερπνὰ πηγαίνει στὸν Ἅδη

Καὶ γηράσκων διαπρέπει ὡς πολίτης καὶ κανεὶς δέν τὸν βλάπτει

Οὔτε θέλει νὰ τὸν τιμωρήσῃ ἤ νὰ τὸν ντροπιάσῃ

Καὶ ὅλοι, νεώτεροι συνομήλικοι καὶ γηραιότεροι,

Ὅσον ἀφορᾷ τὰ δημόσια καθίσματα τοῦ παραχωροῦν τὴν θέσι τους

Ὁ Ἄνδρας λοιπὸν ἂς φτάσῃ στὸ ἄκρο (τὸ μέγιστο) αὐτῆς τῆς Ἀρετῆς

Λειτουργῶντας μὲ θυμὸ καὶ μένος νὰ μήν ἀποφεύγῃ ὸν Πόλεμο.

Ἀπὸ τὰ 12 ποιήματα (ΕΛΕΓΕΙΕΣ) τοῦ Τυρταίου (εἶχε γράψει καὶ ἱστορία τοῦ Α’ Μεσσηνιακοῦ Πολέμου ἡ ὁποία δέν σῴζεται) σῴζονται 3 ὁλόκληρα μέσῳ τοῦ Στράβωνος, τοῦ Λυκούργου (τοῦ ῥήτορα) καὶ τοῦ Στοβαίου, καὶ τὰ ὑπόλοιπα σὲ ἀποσπάσματα. Ὅλα εἶναι σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα. Ἀξίζει νὰ διαβαστοῦν ἅπαντα.

Στό «ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΑΝΔΡΩΝ», τοῦ Νικολάου Καραβία Γρίβα Ἰθακησίου, ἐκδ. Ἑκάτη 1841-1842, διαβάζουμε γιὰ τὸν Τυρταῖο:

ΤΥΡΤΑΙΟΣ, ποιητής, Ἀθηναῖος, ἐστάλη ἀπὸ τοὺς συμπολίτας του ὁδηγὸς τῶν στρατευμάτων τῶν Σπαρτιατῶν εἰς τοὺς ἰδίους Σπαρτιάτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ζητήσει ἕνα στρατηγὸν διὰ σημεῖον τοῦ χρῃσμοῦ τῶν Δελφῶν· οἱ Ἀθηναῖοι διὰ καταφρόνησιν τοὺς ἔδωκαν τὸν Τυρταῖον· διότι ᾖτον χωλός, καὶ εἶχε μικρὰν πολεμικὴν πεῖραν. Τέλος ἐνικήθησαν δὶς ἀπὸ τοὺς Μεσσηνίους, ἀλλ’ εἰς τὴν τρίτην μάχην ἐστάθη εἰς τὸ μέσον τῶν Σπαρτιατῶν διατάττων μὲ τὰ ζωηρότατα ποιήματά του, τὰ ὁποῖα ἄλλον δέν ἐνέπνεον, εἰμὴ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος, καὶ τὴν καταφρόνησιν τοῦ θανάτου· μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνεψύχωσε τοὺς Σπαρτιάτας, οἵτινες ᾖσαν ἀπηλπισμένοι ἀπὸ τὰς παρελθούσας μάχας, καὶ περιέμεναν τὸν θάνατον χωρὶς νὰ ἐλπίζουν τὴν ἐλευθερίαν των, καὶ άπεφάσισαν τότε ἤ νὰ ἀποθάνουν, ἤ νὰ νικήσωσι τοὺς ἐχθρούς· ἔδεσεν εἰς τὸν βραχίονα ἑκάστου στρατιώτου μίαν σαΐτα, εἰς τὴν ὁποίαν ᾖτον γραμμένον τὸ ὄνομά του καὶ τῶν γεννητόρων του διὰ νὰ γνωρίζωνται μετὰ τὸν θάνατόν των, καὶ οὕτως ἐπολέμησαν μὲ τόσην ἀνδρείαν καὶ γενναιότητα, ὥστε ἐνίκησαν τοὺς ἐχθρούς· δι’ αὐτὴν τὴν νίκην τῷ ἔδωκαν τὸ δικαίωμα συμπολίτης, τίτλος, ὅς τις δέν ἐδίδετο εὐκόλως εἰς τοὺς ξένους ἀπὸ τοὺς Λακεδαιμονίους ἐκεῖνον τὸν καιρόν· ἔκτοτε διωρίσθη ἀπ’ αὐτὸν νὰ ἀναγιγνώσκωσι τὰ πολεμικὰ ποιήματά του εἰς ὅλα τὰ στρατιωτικὰ γυμνάσματα· ἔζη τὸ 630 ΠΧ. ἐκ τῶν ποιημάτων του σῴζοναι λείψανα, ἐκδ. εἰς τὴν συλλογὴν τῶν Ἐλασσόνων ποιητῶν τοῦ Στεφάνου.

Χρῆστος Νίκας

Βίντεο

Μόνιμα