Antistasi

Η νέα μας γενιά στο σύνολό της σχεδόν δεν ακούει την παραδοσιακή μας μουσική.  Η δημοτική παράδοση έχει διασώσει ως προφορική παράδοση από γενιά σε γενιά, γεγονότα και ονόματα, ημερομηνίες και τοπωνύμια, ηρωϊκές πράξεις και θρύλους.  Ως εκ τούτου, η παραδοσιακή ελληνική μουσική είναι άμεσα συνυφασμένη με το Ελληνικό πνεύμα και την αθάνατη Ελληνική ψυχή.  Οι Έλληνες ως λαός τραγουδάνε τα πάντα:  τη χαρά και τη λύπη, την αγάπη και τον πόλεμο, τις ηρωϊκές πράξεις και τα κατορθώματα, τους θρύλους και τις ιστορίες, ακόμα και τον θάνατο.  Η δημοτική μουσική παράδοση όπως αλλιώς ονομάζεται περιλαμβάνει μια ευρύτερη γκάμα από διάφορα είδη τραγουδιών, σκοπών και χορών, που προέρχονται από όλες τις περιοχές της Ελλάδος. 

Πρόκειται για μουσικοποιητικά σύνολα που οι ρίζες τους απαντούν από την αρχαιότητα ακόμα, συνεχίζουν στα βυζαντινά χρόνια και αρκετά από αυτά φτάνουν ατόφια ή με πολλές παραλλαγές ανάλογα με την τοποθεσία, μέχρι τις ημέρες μας.  Οι δημιουργοί αυτών των έργων τέχνης είναι συνήθως άγνωστοι και ως εκ τούτου, τα τραγούδια αυτά θεωρούνται ως «αδέσποτα», δηλαδή στερούνται επώνυμου δημιουργού, χωρίς όμως αυτό να αφαιρεί οτιδήποτε από την τεράστια αξία τους.

Ο σωστός εθνικιστής πρέπει όχι μόνο λοιπόν να ακούει, αλλά και να γνωρίζει τον θησαυρό αυτό της μουσικής μας παράδοσης και στο μέτρο που μπορεί να ασχολείται με αυτήν και ενεργά, είτε μέσω της ακρόασης, είτε μέσω της εκμάθησης κάποιου παραδοσιακού οργάνου, είτε μέσω του τραγουδιού.  Δεν νοείται εθνικιστής που να μην ακούει δημοτικά τραγούδια και που να μην τα συμπεριλαμβάνει ως εθνική μουσική υπόκρουση στις σημαντικές στιγμές της ζωής του.  

——————

Για το θάνατο του Κολοκοτρώνη και του Βενετσανάκη – Τραγούδι έγινε και ο ένδοξος θάνατος του Κ. Κολοκοτρώνη, πατέρα του θόδωρου, και του Βενετσανάκη και των άλλων κλεφτών της Μάνης στην Καστάνιτσα 

Τ’ έχουν της Μάνης τα βουνά όπου είναι βουρκωμένα;

Καν o βοριάς τα βάρεσε, καν η νοτιά τα πήρε.

Μηδέ νοτιά τα βάρεσε, μηδ’ ο βοριάς τα πήρε,

Παλεύει o καπετάν πασιάς με τον Κολοκοτρώνη.

Στεριά παλεύει o Αλήμπεης μ’ άρματα του πελάγου,

Στην Άρεια που έρριψε τ’ ορδί διαβάζει το φερμάνι.

Ποιος είνε o Παναγιώταρος, ποιόν λεν Κολοκοτρώνη;

Να ‘ρθούν να προσκυνήσουνε, ραγιάδες να γενούνε.

Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος, παράξενο του φάνη,

Δεν προσκυνούμ’ Αλήμπεη, ο νους σου μην το βάνη

Τ’ άρματα δεν τα δίδομε, ραγιάδες να γενούμε,

Παρά θα γένη πόλεμος με τόπια, με ντουφέκια.

Κι’ Αλήμπεης, σαν τ‘άκουσε πολύ του κακοφάνη,

Δώδεκα μέρες πολεμάει με τόπια, με ντουφέκια.

Την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν,

Καρσί στον Πύργο τόβαλαν, τον πύργο να χαλάσουν.

Βλέπουν τον πύργο κ’ έτρεμε κ’ ήθελε να πέση,

Κ’ οι κλέφταις έπλακωσανε καΐ τα νησιά γιομίσαν.

Κ’ οι Μπαρδουνιώταις πάν κοντά που ξέρουν τα γιατάκια,

Στη Μάρο δεν επήγανε. στην Πάρο και στη Λάρσα.

Που ήτον ο Παναγιώταρος κι ο Γιαννο-Ρουμελιώτης

Πουλάκι επήγε κ’ έκατσε στην έρημη Καστάνια.

Δεν εκελάιδει κ’ έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα.

Πολύ κακό πού πάθανε οι Κολοκοτρωναίοι,

Πού τους εσκλάβωσ’ ή Τουρκιά, τα’ Αλήμπεη τ’ ασκέρι.

Την ταπεινή Αναγνώσταινα την πήραν οι Λαλιώταις,

Τη δόλια την Γεωργάκαινα την παν στην Καλαμάτα.

Κ’ η Κωσταντού ήταν πονηρή κ’ έντύθηκε τα’ ανδρίκια,

Πήρε το αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι

Και με τους άνδρες έσμιξε και πάει τη μέσα Μάνη.

Κ’ Αλήμπεης πού τα’ άκουσε πολύ του κακοφάνη

Δεν είχα Τούρκους εδικούς, δεν είχα παλληκάρια.

Για να την πιάσουν ζωντανή

……………………….

Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξει θέλει,

σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.

Έσύρανε τα ρέματα, έσυραν τα λαγκάδια,

Κ’ εκόπηκε το πέρασμα, κ’ εκόπη το γιοφύρι.

που κει περνάει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι,

με τα μπαϊράκια τα χρυσά, τοις άσημομπιστόλαις.

Κινάν και πάν’ς την εκκλησιά για να λειτουργηθούνε,

φορούν τα πόσια τα χρυσά, τοις άσημοπαλάσκαις.

Σίντας ξελειτουργήσανε και βγηκαν’ς την κουβέντα,

πετάχτηκε ο Κωσταντής και λέει του Δημητράκη

«Τούτ’ η χαρά που ‘χομ’ εμείς σε λύπη θα μας φέρη,

πολλή Τουρκιά μας έζωσε, ο Θεός να μας γλυτώση».

Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος κ’ εσβήστη από τα γέλια,

«Τι λες κουμπάρε Κωσταντή τι λες τι κουβεντιάζεις;

Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;

Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,

ουδέ ο Τούρκος τον πάτησε, μαϊδέ και δ Αλλαμάνος».

Τρεις περδικούλαις κάθουνται’ς τον πύργο της Καστάνις,

η μία κλαίει τον Κωσταντή, η άλλη το Δημητράκη

κ’ η τρίτη η καλύτερη κλαίει τον Παναγιώτη.

http://xryshaygh.wordpress.com

Βίντεο

Μόνιμα